Τετάρτη, 2 Μαΐου 2012

Πάθος και πόνος


Το μάθημα σήμερα ήταν έντονο. Μέσα στην τάξη του είχε φωνάξει κάτι που δεν έπρεπε και την υπόλοιπη ώρα μια ανήσυχη, άχαρη ατμόσφαιρα περιτριγύριζε το δωμάτιο. Η Χρύσα χαιρόταν που βγήκε επιτέλους έξω. Ήξερε ότι ο Αντώνης θα την ακολουθούσε και θα τις ζητούσε εξηγήσεις. Δεν πρόλαβε να τελειώσει την σκέψη της και πετάχτηκε μπροστά της ο Αντώνης εμποδίζοντας την έξοδο του κτηρίου.
« Θα σε συνοδέψω σπίτι σήμερα. Αν δεν σε πειράζει.», είπε το νεαρό αγόρι με σοβαρό ύφος, αφήνοντας την φωνή του να προδώσει τον θυμό του.
  Η κοπέλα κούνησε ελαφρά το κεφάλι της, για να του δείξει ότι συμφωνεί. Περίμενε μέχρι που το αγόρι έκανε στην άκρη και άρχισε να περπατάει.
  Για λίγη ώρα επικρατούσε μονάχα ησυχία.
«Πάμε να κάτσουμε στις κούνιες. Θέλω να σου μιλήσω», της είπε ο Αντώνης, αυτή την φορά η φωνή του στεγνή από αισθήματα. Ακουγόταν και έδειχνε εξαντλημένος. Ήσυχα τον ακολούθησε και έκατσε σε μια από τις κούνιες αφήνοντας τον εαυτό της στις ελαφριές κινήσεις της κούνιας. Το αγόρι κάθισε στην διπλανή κούνια και έκανε το ίδιο.
«Συγνώμη, για σήμερα, δεν ήθελα να σε εκθέσω έτσι μπροστά σε όλους», είπε τελικά η Χρύσα.
Τα πράσινα μάτια του συνάντησαν τα καστανά δικά της.
«Δεν με έθεσες... Εγώ θα έπρεπε να ζητήσω συγνώμη», απάντησε το αγόρι και γύρισε να κοιτάξει το έδαφος.
«Δεν έχεις λόγο», είπε η κοπέλα και ακούμπησε το χέρι της στο γόνατο του.
  Ο Αντώνης τύλιξε τα δάχτυλα του στα δικά της και πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Εγώ έφταιγα. Δεν σου άξισε να σε αφήσω έτσι. Ο φόβος μου δεν ήταν σωστός. Πρέπει να με μισείς», η φωνή του αγοριού τώρα είχε την σκιά βαθιάς θλίψης και πόνου.
«Δεν σε μισώ Αντώνη...», είπε αναστενάζοντας η Χρύσα και γύρισε το κεφάλι του έτσι ώστε τα μάτια να συναντήσουν τα δικά της.
«Απλά μου λείπεις», κατέληξε η κοπέλα αφήνοντας ένα μικρό χαμόγελο να φωτίσει το πρόσωπο της, μόνο για να αντικατασταθεί από στεναχώρια και βάσανο ένα δευτερόλεπτο μετά.
  Το αγόρι χωρίς να αφήσει το χέρι της σηκώθηκε ελαφρά και φίλησε το μέτωπο της. Η κοπέλα δεν αντέδρασε.
«Και εμένα μου λείπεις, είπε ο Αντώνης σταματώντας σε κάθε λέξη για να κρατήσει δάκρυα πίσω.
  Η κοπέλα χάιδεψε το μάγουλο του με το αντίχειρά της και άφησε το χέρι της να αναπαυτεί στον σβέρκο του.
  Ο Αντώνης χαμογέλασε σε αυτή της την κίνηση. Ήξερε πώς να τον ηρεμεί. Να τον κάνει να νιώθει ασφάλεια. Πάντα ήξερε. Γύρισε ελαφρά το κεφάλι του και φίλησε το χέρι που τώρα του χάιδευε τον λαιμό.
  Η κοπέλα με το χέρι που κρατούσε το δικό του σηκώθηκε και το τράβηξε προς ένα παγκάκι. Αυτός δεν διαμαρτυρήθηκε και έκατσε δίπλα της στο παγκάκι.
«Χρύσα, εγώ...Δεν το αξίζω. Σε ευχαριστώ!», είπε τελικά ο Αντώνης.
«Βρε χαζέ, το ξέρεις ότι, ό,τι και να γίνει μεταξύ μας, εγώ θα είμαι εκεί για ‘σένα. Τα αισθήματα μου για σένα δεν θα αλλάξουν»,είπε η κοπέλα με σταθερή φωνή, όμως ένα δάκρυ είχε βρει τον δρόμο στο μάγουλο της και άλλα απειλούσαν να ακολουθήσουν.
  Το αγόρι τύλιξε τα χέρια του γύρω της και την άφησε να ακουμπήσει το κεφάλι της στον σβέρκο του. Η ανάσα της ήταν ζεστή και μπορούσε να ακούσει τις απότομες ανάσες που έπαιρνε για να μην σπάσει σε λυγμούς. Το ένα του χέρι το άφησε να αγκαλιάσει την μέση της και με το άλλο άρχισε να χαϊδεύει τα μαλλιά της. Έσκυψε και φίλησε το κεφάλι της και άφησε τον εαυτό του να πάρει βαθιές ανάσες από το άρωμα της. Άφησε τον εαυτό του να χαλαρώσει στην οσμή του λουλουδάτου αρώματος που τον είχε τυλίξει. Η ανάσα της Χρύσας σιγά-σιγά έγινε πιο σταθερή, πιο αργή. Τύλιξε τα χέρια της γύρω από την μέση του και τον τράβηξε πιο κοντά.
«Ξέρω ότι δεν το αξίζω, αλλά σε παρακαλώ δώσε μου μια ευκαιρία να επανορθώσω», της ψιθύρισε ο Αντώνης για να μην χαλάσει την ησυχία που τους είχε κατακλύσει.
«Θα μου πάρει χρόνο να σε εμπιστευτώ ξανά, όπως παλιά», απάντησε η Χρύσα χωρίς να πάρει το κεφάλι της από τον ώμο του.
«Το ξέρω. Θα περιμένω. Αξίζεις την αναμονή. Πάντα την άξιζες.», είπε το αγόρι τραβώντας την πιο κοντά.
  Η Χρύσα χαμογέλασε και σήκωσε το κεφάλι της να τον κοιτάξει. Τα μάτια του έλεγαν την αλήθεια. Έβγαλε το ένα χέρι της από την μέση του και ακούμπησε το άλλο στο μάγουλο του. Τον πλησίασε και άφησε τα χείλια της να τριφτούν με τα δικά του και ύστερα να κλειδώσουν εκεί. Το φιλί έγινε πιο βαθύ και ο Αντώνης τράβηξε την Χρύσα πιο κοντά. Εκείνη ένδωσε  και κόλλησε το σώμα της στο δικό του. Τα χέρια τους κουνιόντουσαν μόνο για ενώσουν τα σώματα τους όταν απομακρύνοντας το ένα από το άλλο. Το πάθος του τον κυρίευσε και άρχισε να ξαπλώνει την Χρύσα στο παγκάκι. Η κοπέλα δεν έδειξε αντίσταση και τον άφησε να βάλει το σώμα του πάνω στο δικό της. Τα χέρια της βρήκαν τον δρόμο τους μέσα στην μπλούζα του και άρχισαν να εξερευνούν το στήθος του. Ο ίδιος βρήκε το εαυτό του να κάνει το ίδιο. Η κοπέλα πήγε να βγάλει την μπλούζα του αλλά σταμάτησε στην μέση και με δυσκολία κατάφερε να αποκόψει τον εαυτό της. Δεν ήταν κάτι που ήθελε να κάνει. Ο Αντώνης απορημένος έψαξε στα μάτια της και κατάλαβε ότι αυτό δεν ήταν το κατάλληλο μέρος να συνεχίσουν και κούνησε το κεφάλι του ότι κατάλαβε. Έκπληκτοι και οι δύο με τους εαυτούς τους έμειναν για λίγο στο παγκάκι να πάρουν ανάσα με χαμόγελα που είχαν φτάσει μέχρι τα αυτιά. Ύστερα σηκώθηκαν και άφησαν τις κούνιες πίσω τους.

vagg

Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

Κυνήγι Μαγισσών Κεφάλαιο 3


 Μέσα στην αίθουσα του χορού κυριαρχούσε πανικός και μια ομάδα αντρών συλλάμβανε ανθρώπους και φώναζε συνεχώς την λέξη μάγισσα. Ο Κος Άλβενταιν φώναζε στους κυνηγούς μαγισσών πως αυτό που έκαναν ήταν μεγάλη προσβολή και πως θα μετάνιωναν την εισβολή τους αυτή. Ένας από τους άντρες πλησίασε επιθετικά την Άβα και πήγε να την χτυπήσει. Η κοπέλα πήγε να αμυνθεί όμως ο Τζέιμς τον χτύπησε στο κεφάλι με μια καρέκλα και έπεσε αναίσθητος στο πάτωμα. Τον είχε πλησιάσει όσο η Άβα ήταν ακόμα σε σοκ και του επιτέθηκε όταν βρήκε την κατάλληλη στιγμή. Η κοπέλα ακόμα αδυνατώντας να μιλήσει συλλάβισε ευχαριστώ και το αγόρι γνέφοντας της την έπιασε από το χέρι και την οδήγησε στα πάνω δωμάτια. Αφού μάζεψε κάποια ρούχα έτρεξε μετά στην κουζίνα μαζεύοντας φαγητό. Όταν επέστρεψε στο δωμάτιο που ήταν η Άβα τις έδωσε μια τσάντα με τις προμήθειες και ένα πουγκί με χρυσές λύρες να πάρει μαζί της. Ύστερα την οδήγησε στον στάβλο και άρχισε να ετοιμάζει ένα άλογο. Όταν το ετοίμασε βοήθησε την κοπέλα να ανέβει και τις φώναξε να φύγει μακριά.
« Ένα πράγμα θέλω να ξέρω μόνο πριν φύγω. Πώς το ήξερες?», ρώτησε λαχανιασμένα η κοπέλα.
« Το καλοκαίρι πριν δύο χρόνια σε είχα δει να χάνεις τις αισθήσεις σου και να βλέπεις ένα από τα οράματα σου. Τότε δεν ήξερα τι ήταν και όταν ρώτησα τον πατέρα μου, μου απαγόρευσε να σε βλέπω και για αυτό σε άφησα. Με τα χρόνια ξέχασα τι του είχα πει και ποτέ δεν σε παρέδωσε στους κυνηγούς. Εγώ όμως, δεν ξέχασα», απάντησε το αγόρι χωρίς δισταγμό. Η κοπέλα σκύβοντας του έδωσε ένα τελευταίο φιλί στο μάγουλο και χάθηκε καλπάζοντας μέσα στην νύχτα.

Κυνήγι Μαγισσών Κεφάλαιο 2


   «Τι θα κάνεις Άβα?»,είπε η Αυγή προσπαθώντας να βοηθήσει την αδερφή της.
Οι δύο αδερφές ήταν στο δωμάτιο τους αργά το βράδυ και μιλούσαν για τα σχέδια που είχε για την Άβα ο πατέρας τους.
«Στο έχω πει είδη ότι δεν γίνετε να κάνω κάτι. Δεν μπορώ να το αποφύγω.», απάντησε αναστενάζοντας η αδερφής της.
«Μα, δεν γίνεται να τον αφήσεις να πάρει αυτήν την απόφαση για ‘σένα. Το ξέρεις αυτό.»
«Κοίτα! Τον ξέρεις τον πατέρα. Αν αρνηθώ για αυτόν θα είναι σα να θέλω να καταδικάσω την οικογένεια. Μόνο ο θεός ξέρει τι θα μου κάνει αν γίνει αυτό.»
«Ρε Άβα απλά... πες μου τουλάχιστον ότι τον έχεις γνωρίσει», είπε η Αυγή δυσανασχετώντας.
«Α, δεν σου είπα. Με τον Τζέιμς θέλει να με παντρέψει», απάντησε η Άβα αφήνοντας ένα μικρό χαμόγελο να εμφανιστεί στο πρόσωπο της.
«Αλήθεια? Αυτό δεν είναι και τόσο κακό. Παλιά δεν ήσασταν φίλοι?», ρώτησε έκπληκτη η αδερφή της.
«Το είπες και μόνη σου. Ήμασταν.», είπε η Άβα χάνοντας το χαμόγελο που ήταν πριν στο πρόσωπο της.
«Δεν έχει σημασία τον ξέρεις τουλάχιστον.»
«Είναι μια παρηγοριά, ναι.», είπε η Άβα.
  
*

Η Άβα σήκωσε το μπουκαλάκι με το ροζαλί άρωμα και ψέκασε το περιεχόμενο του στον κατάλευκο λαιμό της. Το άρωμα αν και εύοσμο, είχε μια έντονη μυρωδιά λουλουδιών της άνοιξης που της έκαιγε την μύτη. Αποφάσισε ότι θα άντεχε την μυρωδιά και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα προσπάθησε να αγνοήσει το δυνατό άρωμα. Άλλη μια ανάσα και οι σκέψεις της ταξίδεψαν πάλι στις παλιές καλοκαιρινές της μέρες με τον Τζέιμς. Τις τελευταίες μέρες τον σκεφτόταν όλο και πιο συχνά. Γρύλισε στον εαυτό της και ξαναπήρε στα χέρια της την σκιά για τα μάτια.
«Γιατί γρύλισες καλέ?», είπε η Αυγή που ήταν στο δωμάτιο, βοηθώντας την με την ετοιμασία.
«Τίποτα, απλά... τίποτα.», απάντησε τελικά και συνέχισε να βάζει το μέικ-απ της.
Η Αδερφή της όμως, αν και δεν έθιξε το θέμα ήξερε καλά γιατί... ή μάλλον σε ποιόν γρύλιζε. Όλες αυτές τις μέρες παρατηρούσε πως η συμπεριφορά της άλλαζε και γινόταν πιο.. ήσυχη. Πιο απόμερη. Αποφάσισε να μην την αγχώσει σήμερα. Πήρε την βούρτσα της Άβας και άρχισε να χτενίζει να κοκκινωπά μαλλιά της.
«Το φόρεμα της μητέρας πώς σου είναι?», ρώτησε η μικρότερη αδερφή.
«Είναι όμορφο, η ίδια το έφτιαξε ούτως η άλλος», απάντησε κοιτώντας το φόρεμα της στο χρώμα του λάπις λαζούλι.
«Αχ, Αυγή δεν ξέρω αν είμαι έτοιμη», είπε τελικά ακουμπώντας την σκιά της το τραπέζι.
«Άβα, πρέπει να τον δεις. Έχουν περάσει τόσα χρόνια. Ίσως το έχει ξεχάσει», απάντησε η μικρότερη αδερφή προσπαθώντας να την καθησυχάσει.
«Ίσως, όμως ποτέ δεν ξεχνούσε. Γιατί να ξεχάσει τώρα?»
«Δεν ξέρω Άβα. Δεν ξέρω», απάντησε τελικά και συνέχισε να χτενίζει τα μαλλιά της αδερφής της.

*
 
  Η άμαξα έφτασε στις επτά ακριβώς. Η οικογένεια ντυμένη κομψά και περιποιημένα προχώρησε προς την άμαξα. Η μητέρα φορούσε ένα μακρύ πράσινο φόρεμα στο χρώμα του βασιλικού και ο πατέρας που περπατούσε δίπλα της φορούσε ένα πανέμορφο κοστούμι μαύρο με χρυσές ραφές.  Πίσω τους ακολούθησαν η Αυγή με ένα φόρεμα άσπρο σαν το χιόνι που έφτανε έως τα γόνατα και η Άβα με το φόρεμα της στο χρώμα του λάπις λαζούλι.
  Η έπαυλη των Άλβενταιν ήταν κοντά και κανένα από τα μέλη της οικογένειας δεν τόλμησε να μιλήσει. Η Άβα κοιτούσε όλη την ώρα στα μάτια του πατέρα δημιουργώντας μια έντονη ατμόσφαιρα στο δωμάτιο που μόνο η Αυγή κατάλαβε. Έτσι η μικρή αδερφή έπιασε το χέρι της αδερφής της και το έσφιξε δυνατά θέλοντας να την παρηγορήσει και να την σιγουρέψει ότι όλα θα ήταν καλά. Η Άβα έσφιξε με ευγνωμοσύνη το χέρι της αδερφής της και για ένα δευτερόλεπτο η Αυγή θα ορκιζόταν ότι η αδερφή της, χαμογέλασε.
  Η νύχτα ήταν ζεστή αν και ήταν Οκτώβρης και η οικογένεια μόλις είχε φτάσει στην έπαυλη. Ένας υπηρέτης τους καλωσόρισε και αφού ο πατέρας του έδωσε την επίσημη πρόσκληση τους οδήγησε προς το μεγάλο κτήριο. Η έπαυλη ήταν χτισμένη από πέτρα και είχε ξύλινες πόρτες και παράθυρα που κόστιζαν μια περιουσία. Ο κήπος ήταν μεγάλος και στολισμένος με τα πιο εξωτικά και όμορφα φυτά και θάμνους, όπως ήταν και ο πίσω κήπος. Όταν μπήκαν μέσα ο υπηρέτης τους είπε να περιμένουν στο δωμάτιο υποδοχής και πήρε τα παλτά τους. Ο Κος Άλβενταιν με την γυναίκα και τον Τζέιμς δεν άργησαν να εμφανιστούν και να τους υποδεχτούν. Ο Κος Άλβενταιν ήταν ένας ψηλός, γεροδεμένος άντρας μελαχρινός, μελαμψός αν και Άγγλος και φορούσε ένα καφέ κοστούμι με σπάνια κρύσταλλα να το στολίζουν. Ο άντρας έκανε του απαραίτητους χαιρετισμούς και τους έγνεψε να περάσουν. Ο πατέρας και ο Κος Άλβενταιν προχώρησαν μέσα, όπως και έκαναν οι γυναίκες και η Αυγή συζητώντας και γελώντας σαν παλιοί φίλοι. Η Άβα και ο Τζέιμς όλη την ώρα του χαιρετισμού κοιτούσαν ο ένας στα μάτια του άλλου και δεν είχαν κουνηθεί από την θέση τους. Αφού αποχώρησαν οι υπόλοιποι χωρίς να μιλήσουν Ο Τζέιμς σήκωσε το χέρι του και το πρόσφερε στην Άβα η οποία το πέρασε γύρω από το δικό του και ξεκίνησαν και αυτοί για την αίθουσα χορού.
  Η αίθουσα χορού ήταν γεμάτοι και οι επισκέπτες ήταν όλοι στην πίστα και χόρευαν συγχρονισμένα, με χάρη και αλάνθαστα. Η ορχήστρα έπαιζε απλή αλλά όμορφη και αισθηματική μουσική. Όλοι οι άνθρωποι στην πίστα χόρευαν βάλς. Ο Τζέιμς γύρισε και κοίταξε την κοπέλα δίπλα του η οποία είχε ακόμα το χέρι της περασμένο γύρω από το δικό του και της παρότρυνε να χορέψουν και αυτοί. Η Άβα δεν μίλησε αλλά του έγνεψε δίνοντας του πως συμφωνεί. Οι δύο νέοι ανέβηκαν στην πίστα και άρχισαν να χορεύουν. Η Άβα είχε να χορέψει χρόνια όμως δεν είχε ξεχάσει τα βήματα. Η επιδεξιότητα τους δεν πέρασε απαρατήρητη και οι οικογένειες τους κοιτούσαν με θαυμασμό τους νεαρούς. Όπως και στην είσοδο τα μάτια των δύο παιδιών δεν είχαν κοιτάξει αλλού και τα βλέμματα τους δεν είχαν αποχωριστεί το ένα το άλλο. Το αγόρι πρώτος βρήκε το θάρρος να μιλήσει, καθώς κρύος ιδρώτας έτρεχε από το μέτωπο του.
« Η ομορφιά σου δεν έχει χαθεί και θα τολμούσα να πω πως έχεις ομορφύνει και ψηλώσει πολύ από την τελευταία φορά που σε είδα»
« Σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια και είναι πάντα αποδεκτά. Θέλω όμως να ξέρεις πως ότι και αν έχουν σχεδιάσει για εμάς οι γονείς μας δεν θα ξεχάσω ποτέ τι έγινε εκείνη την Αυγουστιάτικη μέρα πριν δύο χρόνια, ούτε φυσικά θα σε συγχωρέσω ποτέ για τις πράξεις σου», απάντησε η κοπέλα παλεύοντας να μην εκφράσει κάποιο αίσθημα όσο μιλούσε.
«Το καταλαβαίνω και δεν περιμένω να με πιστέψεις αλλά ποτέ δεν έπαψα να σε αγαπώ με όλη μου την ψυχή», είπε ο Τζέιμς και το βλέμμα αν και πιο έντονο τώρα η φωνή του ακουγόταν ευάλωτη και πληγωμένη.
Η Άβα δεν μίλησε όμως το βλέμμα της πρόδιδε πως και εκείνη ένιωθε το ίδιο, πράγμα που έκανε το νεαρό αγόρι να χαμογελάσει για λίγο.
  Όταν η μουσική σταμάτησε το αγόρι οδήγησε την κοπέλα προς τους πίσω κήπους. Η Άβα τον ακολούθησε με δισταγμό και δεν είχε πάψει στιγμή να φωνάζει μέσα στο κεφάλι της και η καρδιά της δεν είχε σταματήσει να χτυπάει σαν τρελή. Ο πίσω κήπος ήταν πιο μεγάλος και πιο όμορφος από τον μπροστινό κήπο και το φως του φεγγαριού έδινε στο τοπίο μια απερίγραπτα όμορφη ατμόσφαιρα.
« Είναι πολύ όμορφη η νύχτα σήμερα. Θα ήθελα πολύ να καθόμασταν λίγο ακόμα εδώ αν δεν σε πειράζει», είπε δειλά το αγόρι.
« Δεν θα αρνηθώ την πρόταση σου αλλά θα προτιμούσα να καθόμασταν κάπου πρώτα», απάντησε το κορίτσι.
Ο Τζέιμς την οδήγησε σε ένα κοντινό παγκάκι όπου κάθισαν κοιτώντας πάντα ο ένας τον άλλο. Το αγόρι έσκυψε να φιλήσει την κοπέλα όμως εκείνη σήκωσε το χέρι της και το ακούμπησε απαλά στα χείλη του σταματώντας τον.
« Τζέιμς σε παρακαλώ, μην το κάνεις πιο δύσκολο από ότι είναι είδη. Δεν θα κρύψω τις επιθυμίες μου αλλά δεν θα σε αφήσω έτσι απλά να με κάνεις πάλι δική σου»
Το αγόρι πήρε το χέρι της και δεν την πλησίασε άλλο, αλλά ούτε απομακρύνθηκε.
« Εκτιμάω και σέβομαι τις επιθυμίες σου αλλά δεν ξέρω για πόσο θα μπορέσω να ελέγξω το πάθος μου για σένα», της είπε και της φίλησε το χέρι.
Η κοπέλα έκλεισε τα μάτια της σαν να είχε νιώσει την δύναμη των αισθημάτων του. Με δισταγμό πλησίασε το πρόσωπο της πιο κοντά στο δικό του. Ο Τζέιμς την φίλησε γλυκά στο μάγουλο και ύστερα πλησίασε τα χείλη της. Η Άβα δείχνοντας ακόμα τον δισταγμό της απομακρύνθηκε λίγο αλλά συνέχισε να τον πλησιάζει. Τα μέτωπα τους πια συναντήθηκαν, οι μύτες τους τρίβονταν παιχνιδιάρικα και τα χείλη τους τρίβονταν ελαφρά. Το απότομο σταμάτημα της μουσικής και οι ξαφνικές φωνές που προέρχονταν από την έπαυλη έκαναν του δύο νέους να απομακρυνθούν ξαφνικά από τους εαυτούς τους και να βιαστούν να γυρίσουν στην έπαυλη.

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011

Κυνήγι Μαγισσών- Κεφάλαιο 1


Η ΑΡΧΗ

«Άβααα!Άβαα! Μα τι στον διάβολο κάνει αυτό το παιδί τόση ώρα;» ωρυόταν ο πατέρας .
«Αυγή, πήγαινε να δεις τι κάνει η αδερφή σου. Γρήγορα!».
Η Αυγή έφυγε τρέχοντας με προορισμό τους στάβλους , προστατεύοντας το φόρεμά της από τις λάσπες καθώς έτρεχε.
«Άβα! Άβα! Φωνάζει ο…» , η κοπέλα δεν πρόλαβε να αποσώσει την φράση της , βλέποντας το σώμα της μεγαλύτερης αδερφής της να κείτεται στο έδαφος. «Άβα!», ψιθύρισε καθώς κάθισε στο πλάι της Άβας. Της κράτησε το χέρι και της σκούπισε τον ιδρώτα από το πρόσωπο. Είχε αρχίσει και η ίδια να ιδρώνει, ναι μεν είχε μάθει τώρα πια να αντιμετωπίζει τις κρίσεις της Άβας , μα δεν θα έπαυε ποτέ να φρικάρει, κάθε φορά, που αντίκριζε το σώμα της σαν άψυχη κούκλα και τα μάτια της χαμένα στο άπειρο, ένιωθε πως ίσως να μην επέστρεφε ξανά από τον κόσμο που χανόταν η αδερφή της.
Μια αίσθηση ανακούφιση διαπέρασε το σώμα της Αυγής όταν τα άψυχα δάχτυλα της Άβας έσφιξαν το χέρι της. Το κορίτσι άνοιξε τα μάτια του και ανακάθισε ξέπνοη προσπαθώντας να συνέλθει από το κώμα στο οποίο βρισκόταν. Τα οράματα τις τελευταίες μέρες γίνονταν πιο έντονα και ανυπόφορα καθώς και πιο συχνά.
«Άβα,… Ανησυχώ! Γίνεται όλο και συχνότερα! Κάτι πρέπει να κάνουμε. Ίσως αν μιλούσαμε σε κάποιον….»
«Όχι! Το ξέρεις ότι δεν γίνεται. Δεν πρέπει να το πούμε σε κανέναν! Αν το μάθαινε ο πατέρας θα με έριχνε εκείνος, πρώτος από όλους στην πυρά».
«Δεν θα το μάθει. Δεν θα το επιτρέψω. Απλά… φοβάμαι πως μια μέρα δεν θα συνέλθεις από αυτά σου τα οράματα.»
«Το ξέρεις ότι αυτό δεν θα γίνει. Αν ήταν να συμβεί θα είχα χαθεί καιρό τώρα.», είπε η Άβα προσπαθώντας να καθησυχάσει την αδερφή της.
«Καλύτερα να πάμε μέσα. Ο πατέρας είναι είδη πολύ εκνευρισμένος.», αναστέναξε η Αυγή νιώθοντας μια ψύχρα να διαπερνάει το σώμα της καθώς το έλεγε.
   Οι δύο κοπέλες έτρεξαν μέσα στο σπίτι, στο σαλόνι όπου καθόταν ο πατέρας τους.
«Πού ήσουν Άβα? Το ξέρεις ότι δεν μου αρέσει να περιμένω. Και πού είναι το νερό που σου ζήτησα?», αναφώνησε ο πατέρας, χωρίς να προσπαθεί να κρύψει τον εκνευρισμό του. «Πάλι βόλτες στα δάση έκανες? Αχ, Αυγή σε παρακαλώ πήγαινε φέρε τον κουβά», είπε ο άντρας χαμηλώνοντας τον τόνο της φωνής του.
«Πατέρα εγώ, δεν,..», έκανε προσπάθεια να πει η Άβα, όμως ο πατέρας της σήκωσε το χέρι του κάνοντας την να σωπάσει.
«Το καλό που σου θέλω να αλλάξεις γρήγορα συμπεριφορά. Το πάρτι των Άλβενταιν πλησιάζει και πρέπει να φερθούμε άψογα αν θέλουμε να μας συμπαθήσουν. Μην ξεχνάς τον πλούτο τους. Πρέπει οπωσδήποτε να σε παντρέψω με τον γιό τους, τον Τζέιμς. Είναι μεγάλη η ευκαιρία αυτή για την οικογένεια μας. Μην την καταστρέψεις», είπε ο άντρας.
   Η Άβα φοβόταν να αντιδράσει, φοβόταν για την ζωή της. Ήξερε καλά τι θα γινόταν αν αρνούταν να τον υπακούσει.
«Ναι, πατέρα», ψιθύρισε η κοπέλα και βγήκε από το δωμάτιο προσπερνώντας την αδερφή της που έτρεχε με τον κουβά προς το άλλο δωμάτιο.
    Η Αυγή έκανε προσπάθεια να μιλήσει, όμως ήξερε καλά ότι δεν θα είχε νόημα. Κοίταξε τελευταία φορά προς τον διάδρομο από τον οποίο είχε αποχωρήσει η αδερφή της και μπήκε στο σαλόνι.      

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2011

Problem Solved

Χαιρετώ!
Τον τελευταίο καιρό πρέπει να υπήρχε ένα πρόβλημα με τα comments. Όμως το έφτιαξα οπότε όσοι θέλετε παρακαλώ σχολιάστε!

vagg

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

Μια ιδέα από ποίημα


Στα βάθη τις καρδιάς μου, θα σε αναζητήσω
Μα άμα δεν σε βρω, μην μου ζητήσεις να γυρίσω πίσω
Γιατί εγώ περίμενα, εσένα να γυρίσεις
Και ‘συ μονάχα ‘γνάντευες στα βάθη της σελήνης

Σε κοίταξα στα μάτια, μου γύρισες την πλάτη
Και τώρα πια κοιμάμαι, σε αδειανό κρεβάτι
Γιατί εσύ μου είπες, πως θα ξαναγυρίσεις
Και ‘γω σου είπα άντε για, ποτέ σου μην γυρίσεις

Όμως το αίσθημα θα μείνει, ποτέ του δεν θα φύγει
Γιατί τα αγκάθια της καρδιάς σου, αιώνια με έχουν σκίσει


To be continued…

vagg

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2011

Ένα φιλί


Η Χρύσα και ο Αλέξανδρος κάθονταν σε ένα απόμερο παγκάκι στο προαύλιο του σχολείου. Τα απογεύματα εκεί ήταν πάντα άδειο. Το κρύο αεράκι πιρούνιαζε την κοπέλα αναγκάζοντας την να κουρνιάσει όλο και πιο βαθιά στον ώμο του αγοριού δίπλα της. Ο Αλέξανδρος την κοίταξε και άφησε ένα κοφτό χαμογελάκι να διαμορφωθεί στο ως τότε ανέκφραστο πρόσωπο του. Την κοίταξε άλλη μια φορά και βυθίστηκε πάλι στις σκέψεις του. «Αχ, μόνο να ήξερες», σκεπτόταν μελαγχολώντας το αγόρι. Τον τελευταίο χρόνο τα αισθήματα του είχαν ξεπεράσει την δυνατή αγάπη της φιλίας τους, κάνοντας τον να την δει αλλιώς. Τώρα κάθε φορά που την έβλεπε, κάθε φορά που την είχε στην αγκαλιά του, κρύος ιδρώτας κυλούσε στον λεμό του και οι χτύποι τις καρδιάς του αυξάνονταν. Ήθελε τόσο πολύ να της το πει. Όμως κάθε φορά που άνοιγε το στόμα του, η γλώσσα του δενόταν κόμπος και δυσκολευόταν να καταπιεί. Το ένιωθε ότι θα καταλάβαινε... αλλά φοβόταν. Οι σκέψεις του διακόπηκαν όταν η κοπέλα δίπλα του κουλουριάστηκε. Έβγαλε την ζακέτα του και την πέρασε στους ώμους του κοριτσιού το οποίο τον ευχαρίστησε με ένα γλυκό φιλί στο μάγουλο.
«Ρε Άλεξ, πώς μπορείς να είσαι τόσο γλυκός. Μερικές φορές αναρωτιέμαι τι θα γινόταν αν βρισκόσουν στην βροχή. Χαχ.», είπε η Χρύσα όλο τσαχπινιά. Η αλήθεια είναι ότι και τα δικά της αισθήματα είχαν δυναμώσει τον τελευταίο καιρό. Όμως δεν ήξερε πώς να του το πει. Το αγόρι δεν μίλησε όμως γέλασε και αυτό αθόρυβα θέλοντας να μην χαλάσει την όμορφη ατμόσφαιρα που υπήρχε εκείνη την στιγμή με την ησυχία και τον μουντό καιρό. Ξαφνικά άρχισε να ψιχαλίζει.
«Χαχαχα. Ούτε μέντιουμ να ήσουν Χρύσα. Πάντος δεν νομίζω να λιώσω. Λοιπόν άντε να πηγαίνουμε γιατί θα μας πιάσει η βροχή στο δρόμο.», είπε ο Αλέξανδρος.
Λίγα λεπτά αργότερα όμως όσο περπατούσαν η βροχή δυνάμωσε και άρχισε να ρίχνει καρέκλες. Τα δύο παιδία έτρεξαν κάτω από μια μικρή βεραντόυλα ενός παλιού κτηρίου και στριμώχτηκαν εκεί. «Βράχηκες πολύ?», την ρώτησε ανήσυχα το αγόρι.
«Όχι, εντάξει είμαι.», απάντησε αυτή χαμηλόφωνα. Τότε μια ιδέα πέρασε από το μυαλό του αγοριού. «Ή τώρα ή ποτέ», σκεύτηκε. Στάθηκε κοντά και άνοιξε το στόμα του να μιλήσει. Όμως η Χρύσα έχοντας την ίδια ιδέα τον τράβηξε από τον γιακά του πουκαμίσου του και τον φίλησε. Ο Αλέξανδρος δεν αντιστάθηκε και αμέσως ένδωσε στο φιλί της. Τύλιξαν ο ένας τα χέρια του γύρω από την μέση του άλλου και σηνέχισαν το φιλί ασταμάτητοι.
Μόνοι μες την βροχή. Χωρίς έγνοιες, χωρίς κάποιον άλλο τρόπο διαφυγής. Κάτω από μια μικρή βεράντα, αθέατοι. Χωρίς κάποιον άλλο λόγο ύπαρξης. Το μόνο που είχε σημασία, ήταν εκείνο το φιλί, μόνο αυτό... και τίποτα άλλο.

vagg

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011

Αγάπη


Αγάπη... Είναι ένα περίεργο αίσθημα. Άλλοι την νιώθουμε, άλλοι την αγνοούμε. Αγάπη σημαίνει ότι κάποιος μπορεί να θυσιάσει για τον άλλο και να χάσει τον εαυτό του για αυτόν. Αγάπη μπορεί να είναι ένα βλέμμα που σου δένει κόμπο το στομάχι, κάτι που σου προκαλεί άγχος και ένα περίεργο ενθουσιασμό. Άλλες φορές σε κάνει και φέρεσαι παράλογα. Όμως μπορεί και να σε πληγώσει... Ακόμα όμως και όταν η αγάπη δεν μοιράζετε ανάμεσα σε δύο ανθρώπους δεν παύει να υπάρχει. Η αληθινή αγάπη ποτέ δεν φεύγει. Πάντα θα μένει έστω και ένα μικρό κοτσάνι το οποίο μπορεί να σπάσει ανά πάσα στιγμή και να σε ρίξει πάλι σε αυτή. Όμως όταν την βρεις... θα είσαι πανευτυχής. Ότι και να σου συμβεί...
 Αγάπη είναι ένα χάδι, ένα φιλί...μια αγκαλιά. Ο άνθρωπος δεν επιβιώνει χωρίς αυτή. Η ζωή του δεν έχει νόημα χωρίς αυτή. Όσοι άνθρωποι  επιλέγουν να ζήσουν χωρίς αυτή μένουν δυστυχισμένη όλη τους την ζωή.
Αγάπη είναι ζωή....είναι όμως και θάνατος. Η αγάπη είναι κάτι, χωρίς το οποίο δεν μπορείς να ζήσεις, όμως είναι και που κάτι πολλές φορές όταν ζεις με αυτό, πεθαίνεις.
Η αγάπη.... είναι απλά μοναδική!

vagg