Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

Ανώνυμο ποίημα



Απόγευμα σε γνώρισα

Εκεί στο σκιερό το κιόσκι



Εντύπωση δεν μου έκανες

Μα σου κάνα εγώ

Τα ray ban, το Gameboy

Σου άρεσαν θαρρώ



Στο πρώτο πάρτι έσκυψες

Με φίλησες γλυκά

Και μαντινάδες έλεγες

Για φλογερά κορμιά



Σχέση όμως δεν ήθελα

Και σου ‘πεσε βαρύ

Κυνήγι τότε άρχισες

Με ατελείωτη επιμονή



Δική σου έγινα στο τέλος

Γιατί είπες με αγαπάς

Το ίδιο ένιωθα και ‘γώ

Μονάχα δεν το ήξερα



Ειλικρινής ήμουνα πάντα

Εσύ όμως δεν ήσουν

Για αυτό και εμείς χωρίσαμε

Το άδοξο το τέλος παλιά, καλή μου φίλη είναι.



Ευαγγελία Γλέζου(vagg)

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Σκοτεινές ψυχές Κεφάλαιο 2



Κεφάλαιο 2
  Ο εκκωφαντικός ήχος του ξυπνητηριού μου γέμισε τα αυτιά μου και πετάχτηκα όρθια. Αυτά τα τραγουδάκια σε ξυπνάνε αμέσως. Ξέρετε αυτά που αρχίζουν απότομα και δυνατά. Τι τέλειος τρόπος για να ξυπνάς!
  Μουγκρίζοντας σηκώθηκα από το κρεβάτι και έκανα την συνηθισμένη μου ρουτίνα. Διστακτικά κοίταξα στον καθρέπτη, ελπίζοντας πως ονειρευόμουν τα γκρι μου πια μάτια. Και… ήταν ακόμα γκρι. Τουλάχιστον δεν είχαν γίνει κάποιο άλλο περίεργο χρώμα!
  Πήρα την τσάντα μου και κατευθύνθηκα προς την σκάλα. Λίγο πρωινό θα ήταν ότι πρέπει. Αν και η μητέρα μου πάντα τρώει αυγά και μυρίζει όλη η κουζίνα. Γιακ! Ο… όχι. Η Αλεξάνδρα θα δει τα μάτια μου!, σκέφτηκα και έτρεξα πάλι στο δωμάτιο μου. Άνοιξα ένα από τα συρτάρια του γραφείου μου και έβγαλα ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιά τα οποία και φόρεσα.
  Διστακτικά και σφιγμένη μπήκα στην κουζίνα και κάθισα στο τραπέζι απέναντι από την μητέρα μου, αφού πήρα ένα μπολ με δημητριακά και κανέλα. Διάβαζε εφημερίδα και ήλπιζα να μην προσέξει τα γυαλιά μου, αλλά γεννήθηκα σε άτυχη μέρα.
«Καλημέρα Χρύσα, θα είσαι εδώ το μεσημέρι για φαγητό; Θα φτιάξω κοτόπουλο με πατάτες βραστές και… γιατί φοράς γυαλιά;», είπε και ύστερα ρώτησε απότομα όταν σήκωσε το βλέμμα της από τα νέα της εφημερίδας.
«Ε… έχει ήλιο», είπα με ψηλή φωνή παρά την θέληση μου.
«Μέσα στο σπίτι;», ρώτησε η Αλεξάνδρα και ανασήκωσε ένα φρύδι.
«Ε, με ξέρεις τώρα… θέλω να είμαι εντελώς έτοιμη για όταν φύγω», είπα ήρεμα να και μέσα μου πανικοβαλλόμουν.
«Μάλιστα», αποκρίθηκε παρατείνοντας το τονισμένο α της λέξης. Δεν είναι καλό σημάδι αυτό. Όμως σημαίνει ότι θα το παραβλέψει για τώρα. «Απλά μην ψωνιστείς πολύ παιδί μου. Αυτό είναι όλο»
  Τα μάτια μου άνοιξαν ορθάνοιχτα και την κοίταξα θιγμένη. Τα μάτια της κοιτούσαν το κείμενο μπροστά της αλλά ένα μικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο της. Και πάω στοίχημα ότι δεν είναι εξαιτίας κάποιου τραγικού ατυχήματος ή της κρίσης. Η παρατηρητικότητα κυλάει στην οικογένεια. Τα μάτια μας, άσχετο με το που συγκεντρώνονται, βλέπουν παντού. Έχει αποδειχθεί μεγάλο πλεονέκτημα αυτό, περισσότερες φορές από όσες θα ήθελα.
***
«Και τελειώσαμε για σήμερα. Ξέρετε όλοι τι έχετε να μελετήσετε για την επομένη φορά. Καλησπέρα σας», είπε ο καθηγητής μηχανικής και αποχώρισε από την αίθουσα.
  Όπως όλοι οι φοιτητές μάζεψα τα τετράδια μου και αφού πέρασα το λουρί της τσάντας μου από τον ώμο ξεκίνησα για την πόρτα. Στην βιασύνη μου έπεσα πάνω σε κάποιον και εκείνος έχοντας τα βιβλία στο χέρι, του έπεσαν στο πάτωμα. Έσκυψα για να τον βοηθήσω να τα μαζέψει και ύστερα κοίταξα να δω ποιος είναι.
  Τα μάτια του ήταν ένα απαλό γκρι. Βαθιά μέσα τους πιτσιλιές μοβ τα φώτιζαν και τώρα είχαν κλειδώσει στα δικά μου. Το αγόρι μπροστά μου είχε τετράγωνο πρόσωπο και μαύρα κοντά μαλλιά, επιμελώς ατημέλητα.
«Γεια, ε… ευχαριστώ», είπε και σηκωθήκαμε όρθιοι. Η φωνή του ήταν βαθιά και πλούσια. Του έδωσα ένα βιβλίο που είχα μαζέψει και ανασήκωσα του ώμους.
«Εξαιτίας μου τα έριξες ούτως ή άλλως. Έπρεπε να σε βοηθήσω», είπα αδιάφορα, το βλέμμα μου ακόμα στο δικό του.
  Κάτι στα μάτια του, στον αέρα που τον περιτριγύριζε μου έλεγε πως δεν είναι συνηθισμένος αλλά απλά δεν μπορώ να ξέρω.
«Μπορούσες απλά να είχες φύγει», επίμεινε. Το ύφος του ήταν συνοφρυωμένο και με κοιτούσε με περιέργεια. Σαν να με μελετούσε.
«Μπορούσα», απάντησα ξερά και του γύρισα την πλάτη.
  Βγήκα από την αίθουσα και ο άντρας, του οποίου ούτε που ήξερα το όνομα, δεν με ακολούθησε. Έβγαλα τα γυαλιά ηλίου μου από το σακίδιο μου και τα έβαλα για να κρύψω τα γκρι μου, πια, μάτια. Όσο απομακρυνόμουν, τόσο είχα την αίσθηση ότι κάτι μοιραζόμουν μαζί του. Οι μοβ πιτσιλιές στα μάτια του μου θύμιζαν αυτές του φωτός στο όνειρο μου. Πάντα όμως η φαντασία μου οργίαζε. Ίσως, όμως, όχι αυτή την φορά.

***
  Περπατούσα την συνηθισμένη μου διαδρομή για το σπίτι όταν άκουσα τα βήματα κάποιου πίσω μου.
«Αν είσαι εκείνος ο μεθυσμένος άντρας από την περασμένη νύχτα, λυπάμαι, αλλά θα πάθεις τα ίδια άμα με κυνηγήσεις», φώναξα πίσω από τον ώμο μου. Είχα την συνήθεια να ακούω διάφορα όταν ήμουν μόνη και στο σκοτάδι, οπότε αποφάσισα να μπλοφάρω. Κάτι με έκανε να αμφιβάλω.
«Δεν νομίζω», είπε μια βαθιά φωνή μερικά μέτρα πίσω μου.
  Γύρισα απότομα πίσω και το αγόρι από την τάξη μου βγήκε από τις σκιές και στάθηκε κάτω από το θαμπό φως μιας λάμπας του δρόμου. Οι μοβ πιτσιλιές των ματιών του λαμποκοπούσαν σκοτάδι.
«Γεια… ε, πως και από εδώ;», ρώτησα παραξενεμένη και περίεργα τρομοκρατημένη.
«Αλήθεια; Νομίζω πως ξέρεις! Και ας μην προσποιηθούμε ότι γνωριζόμαστε», είπε και πλησίασε.
«Δεν ξέρω για πιο πράγμα μιλάς», είπα αθώα και γέλασα αμήχανα.
«Γκρι μάτια με κόκκινες γραμμές;», αποκρίθηκε και ανασήκωσε ένα φρύδι. «Κόκκινες γραμμές; Πότε ξεπετάχτηκαν αυτές. Εγώ είχα μείνει στο “κρυμμένες στο βάθος”!», απάντησα και τρομοκρατημένη έβγαλα το κινητό από την τσέπη του τζιν μου και προσπάθησα να διακρίνω την αλλαγή στα μάτια μου. Μπορώ να πω ότι το αγόρι έλεγε την αλήθεια.
«Χάχα, είσαι καινούργια σε αυτό έτσι;». Το γέλιο του ήταν όμορφο, δυνατό και αντιλαλούσε στους απομονωμένους δρόμους Χαλανδρίου.
«Ε, υποθέτω», απάντησα έξυσα σκεφτική το κεφάλι μου.
«Ποιο ζώο σε αντιπροσωπεύει;», με ρώτησε σαν να ήταν κάτι απλό και κατανοητό.
«Αντιπροσωπεύει;», ρώτησα αμήχανα.
«Υποτίθεται ότι υπάρχει ένα ζώο που εκπροσωπεύει τον… καθένα μας», είπε διστακτικά και με κοίταξε ανυπόμονα.
«Αν εννοείς το ζώο που σε οδηγεί στα όνειρα σου τότε… ο γκρίζος λύκος», απάντησα και ανασήκωσα τους ώμους μου.
  Μια σκέψη πέρασε, ξαφνικά, από το μυαλό μου.
«Το μοβ φως! Πως δεν το κατάλαβα πιο νωρίς. Η κουκουβάγια. Το ζώο σου είναι η κουκουβάγια», είπα με μάτια ορθάνοιχτα και δείχνοντας προς το μέρος του.
«Ναι… εγώ χτες είδα το δικό σου φως στο όνειρο μου», αποκρίθηκε αμήχανα.
«Τι ακριβώς σημαίνει αυτό;», τον ρώτησα και πλησίασα για να τον κοιτάω καλύτερα στα μάτια.
«Δεν… δεν ξέρω», απάντησε διστακτικά.
«Τότε αν δεν σε πειράζει, θα φύγω. Δεν σε ξέρω ε… καθόλου! Και είμαι είδη αρκετά μπερδεμένη. Οπότε…», είπα και τον κοίταξα παροτρύνοντας τον να τελειώσει την πρόταση μου.
«Ε… φυσικά», είπε.
  Έκανα μερικές άχαρες κινήσεις και τον χαιρέτησα.
«Τα λέμε αύριο!», φώναξε πίσω από την πλάτη μου και γέλασε.

***
«Λοιπόν… θα μου πεις γιατί φοράς γυαλιά ενώ έχουμε συννεφιά;», είπε η Ελίνα και ανασήκωσε τα φρύδια της.
«Εμ… όχι», είπα και έκανα μια άχαρη κίνηση με το χέρι μου.
«Τότε δεν θέλω να ξέρω», αποκρίθηκε και ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της.
  Η καφετέρια στην οποία καθόμασταν ήταν σχετικά ήσυχη και ο μόνος θόρυβος στον αέρα ήταν εκείνος μικρών παιδιών που έπαιζαν τριγύρω.
«Τι κάνει η παρέα σου; Θα πάτε σε κανένα άλλο καταστροφικό ταξίδι σύντομα;», είπα για να την πειράξω και γέλασα κοφτά.
«Έ! Το ταξίδι στην Ελβετία δεν ήταν και τόσο άσχημο!», παραπονέθηκε και μου έβγαλε την γλώσσα.
«Πολύ ώριμο εκ μέρους σου. Και τι εννοείς; Δεν ήταν κακό το ότι βρεθήκατε στην μέση της εξέγερσης, το ότι ο Μάρκος έσπασε το πόδι του και ότι μαχαίρωσαν τον Αλέξανδρο στον ώμο;», της είπα με μάτια ορθάνοιχτα και τα χέρια μου μπροστά να την παρακαλούν να γίνει λογική.
«Ε… μάλλον;», είπε αθώα και ο γκρίζος ουρανός έγινε ξαφνικά ενδιαφέρον.
«Αχά! Έτσι πίστευα και εγώ», αποκρίθηκα, ευχαριστημένη με τον εαυτό μου και ρούφηξα λίγο από το ρόφημα μου. «Λατρεύω την καραμέλα».

***
Ονειρεύομαι…
  Αυτή την φορά τα κόκκινα μάτια του λύκου με συνάντησαν χωρίς αναμονή. Ήταν καθιστός μπροστά από μια πύλη με πράσινη λάμψη.
«Τι συμβολίζει το πράσινο;», ρώτησα κοιτώντας έντονα το εκτυφλωτικό φως.
  Ο λύκος έγειρε το κεφάλι του στο πλάι σαν να με μελετούσε. Μα δεν μίλησε. Όχι, ότι περίμενα να μιλήσει!
«Οκ!», είπα και ανασήκωσα τους ώμους μου.
  Διέσχισα την πύλη και αφέθηκα στην ζεστασιά της πράσινης λάμψης. Σκηνές μάχης πέρασαν μπροστά από τα μάτια μου ωσότου τελικά έχασα τις αισθήσεις μου και έπεσα υπό την επιρροή βαθύ ύπνου.

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2012

Σκοτεινές Ψυχές Πρόλογος-Κεφάλαιο 1



Σκοτεινές Ψυχές από Ευαγγελία Γλέζου
Πρόλογος
  Το ζοφερό σκοτάδι του δάσους με τύλιξε. Η σιωπή ήταν σαν καρφιά στις άκρες του μυαλού μου που ξυπνούσαν του χειρότερους μου φόβους. Ακόμα και αυτούς που δεν ήξερα.
  Καθόμουν οκλαδόν στο ξερό χορτάρι και κοιτούσα τα κόκκινα άστρα πάνω στο σκούρο μπλε ουρανό. Το μέρος αυτό είχε μια αίσθηση γνώριμη. Δεν ήξερα πότε και πως, αλλά έχω ξανάρθει εδώ.
  Την ησυχία έσπασε το απαλό θρόισμα φύλλων κοντά μου. Γύρισα και βρέθηκα αντιμέτωπη με δύο κόκκινα μάτια. Το χρώμα τους ήταν πιο σκοτεινό και από ‘κείνο του αίματος που κυλάει στις αρτηρίες του λαιμού. Ένας λύκος ξεπρόβαλε από τα δέντρα και με πλησίασε. Με κοίταξε με δέος και αυστηρότητα και ένιωσα σαν να κοιτάει στα βάθη της ψυχής μου, σαν να ήξερε τα πιο βαθιά και σκοτεινά μυστικά μου. Δεν μπορούσα κουνηθώ. Οι τρίχες του λαιμού μου είχαν σηκωθεί και έπρεπε να θυμηθώ να πάρω ανάσα για να μην λιποθυμήσω, καθώς ένιωθα το κεφάλι μου βαρύ και ζαλιζόμουν.
  Ξαφνικά ο λύκος γύρισε και έτρεξε πίσω από όπου είχε έρθει. Τον ακολούθησα πηδώντας πάνω από πεσμένους κορμούς και ανάμεσα από δέντρα που έμπαιναν στον δρόμο μου. Η όραση μου δεν μου επέτρεπε να τον δω στο σκοτάδι αλλά κατά κάποιον περίεργο τρόπο μπορούσα να νιώσω που ήταν και που πήγαινε.
  Στην άκρη του δάσους αχτίδες φωτός με οδήγησαν έξω από τις σκιές των δέντρων, σε ένα ξέφωτο όπου μια πύλη φωτός έδινε στο τοπίο μια θαμπή και αχνή λάμψη. Ο λύκος έτρεξε μέσα χωρίς δισταγμό, αλλά εγώ δεν μπορούσα παρά να σταματήσω. Αυτό το φως μου προκαλούσε φόβο. Ήταν σαν άμα περνούσα αυτήν την πύλη όλα θα άλλαζαν. Αφήνοντας μια κραυγή έτρεξα με όλη μου την δύναμη μέσα στην δέσμη φωτός και άφησα την ζεστασιά του να με πλημμυρίζει καθώς χάθηκα στο απόλυτο τίποτα.

 Κεφάλαιο 1
«Ξύπνα! Χρύσα, ξύπνα!», φώναξε η φωνή της μητέρας μου από τον κάτω όροφο.
  Πέταξα τα παπλώματα του κρεβατιού μου στην άκρη και μουγκρίζοντας σύρθηκα ως το μπάνιο. Έριξα λίγο νερό στο πρόσωπο μου και έπλυνα τα δόντια, όπως κάθε φυσιολογικός άνθρωπος και επέστρεψα στο δωμάτιο μου. Διάλεξα ένα ξεθωριασμένο τζιν, ένα μοβ πουκάμισο και αφού έβαλα τα μαύρα vans eras μου, κατέβηκα κάτω, μόνο για να έρθω αντιμέτωπη με μια συνοφρυωμένη μητέρα.
«Ω! Έλα τώρα! Αλεξάνδρα, δεν έχω ανάγκη από κήρυγμα. Είναι πρωί ακόμα», γκρίνιαξα στην θέα των χεριών να χουφτώνουν τους αγκώνες της και του ποδιού της να χτυπάει ακατάπαυστα στο πάτωμα της κουζίνας.
«Ξέρεις τι θα σου πω, ούτως ή άλλως. Απλά, αγάπη μου είναι η πρώτη σου μέρα στην σχολή και δεν θέλω να αργήσεις», είπε η μητέρα μου παρακλητικά και έκατσε στο τραπέζι όπου ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της.
«Μην ανησυχείς! Ποιος θα μαλώσει μια καστανόξανθη, καστανομάτα οπτασία σαν εμένα;», είπα σαρκαστικά, αλλά από το ύφος της Αλεξάνδρας, δεν πρέπει να το βρήκε και πολύ αστείο. «Εντάξει, θα φροντίσω να σηκώνομαι πιο νωρίς. Πέρασα που πέρασα Αθήνα, μην παραπονιέσαι. Και δεν είναι υποχρεωτικό να πηγαίνω κάθε μέρα».
«Αυτό δεν σημαίνει πως δεν πρέπει να πηγαίνεις», μουρμούρισε η μητέρα μου και ήπιε λίγο ακόμα από τον καφέ της.
«Καλά πάω να πάρω την τσάντα μου και θα φύγω. Τι ώρα θα γυρίσεις από…», ρώτησα ξεχνώντας που θα πήγαινε.
«Από το συνέδριο? Γύρω στις επτά το βράδυ», απάντησε και ανασήκωσε τους ώμους της.
«Μάλιστα εγώ δεν ξέρω τι ώρα θα γυρίσω οπότε… θα τα πούμε», είπα και κατευθύνθηκα προς την σκάλα για τον πάνω όροφο.
«Καλή πρώτη μέρα!», μου φώναξε η Αλεξάνδρα καθώς ανέβαινα τα σκαλιά.            

***
«Ελίνα, δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να με ξεναγήσεις στον χώρο», παραπονέθηκα στην μεγαλύτερη αδελφή μου καθώς περπατούσαμε μαζί με το πλήθος των φοιτητών στην πανεπιστημιούπολη.
«Διότι, είναι ο τέταρτος χρόνος μου εδώ και… θέλω σαν αδελφή σου να σε βοηθήσω;», είπε διστακτικά η Ελίνα και μου χαμογέλασε άχαρα.
«Μάλιστα. Δεν μπορούσε να σε δει σήμερα ο Μιχάλης και θες να περάσεις την ώρα σου;», ρώτησα σαρκαστικά και σήκωσα το φρύδι μου.
«Αχά!», απάντησε τσιριχτά και έβγαλε το κινητό της από την τσέπη της για να ελέγξει τα μηνύματα της.
«Μ… ναι», είπα και έκανα το ίδιο.

***
  Κοίταξα στον καθρέπτη του μπάνιου και παρατήρησα τα αμυγδαλωτά μου μάτια. Κάτι ήταν διαφορετικό με το χρώμα τους σήμερα. Το φυσικό τους ήταν σκούρο καστανό, αλλά σήμερα φαινόταν να έχουν μια πιο ανοιχτή απόχρωση. Ανασήκωσα τους ώμους μου και αποφάσισα να το αγνοήσω καθώς έπλενα τα χέρια μου.
  Βγήκα από το μπάνιο και η Ελίνα με περίμενε απ’ έξω.
«Ακόμα εδώ είσαι;», παραπονέθηκα και μούγκρισα δυνατά.
«Ναι, προφανώς», είπε και έπαιξε με μια τούφα από τα σπαστά, σκούρα, ξανθά μαλλιά.
«Έχω μάθημα, ξέρεις! Μήπως θες να με ακολουθήσεις και εκεί; Δεν νομίζω να σε ενδιαφέρει η ηλεκτρολογία... ξέρεις, εφόσον είσαι στην αρχιτεκτονική», είπα κάνοντας άχαρες κινήσεις με τα χέρια μου.
«Εντάξει θα σε αφήσω», είπε και πανηγύρισα μέσα μου. «Αλλά πριν φύγω…». Τι;, σκέφτηκα και κούνησα το κεφάλι μου απαρηγόρητη. «Άμα έχεις πρόβλημα με… ανεξήγητα πράγματα. Απλά θέλω να ξέρεις ότι μπορείς να μου μιλήσεις», είπε και μου χαμογέλασε. Χτύπησε άχαρα το κινητό της στην παλάμη της και έφυγε.

***
  Το σπίτι μου απείχε μερικά λεπτά από την στάση του λεωφορείου και βρέθηκα να περπατάω στους σκοτεινούς δρόμους μόνη μου το βράδυ. Αν και τέλη Σεπτεμβρίου, ο καιρός ήταν ακόμα καλοκαιρινός και ένιωσα ιδρώτα να κυλάει στο μέτωπο μου.
  Ένας άντρας ψηλός και προφανώς μεθυσμένος με πλησίασε όπως έστριβα σε ένα στενό και προσπάθησε να με φλερτάρει.
«Ο, έλα τώρα. Το ξέρεις ότι το θέλεις», είπε αστεία ο άντρα παραπατώντας από πίσω μου.
  Δεν έκανα τον κόπο να απαντήσω στα λόγια του και συνέχισα να περπατάω. Κάποια στιγμή με έφτασε και μουρμούρισε κάτι καθώς έπιασε το μπράτσο μου.
«Όχι!», του φώναξα και τον έσπρωξα πίσω.
  Ο άντρας συνέχισε να προσπαθεί να με πιάσει, μα το μόνο που κατάφερνε είναι γραπώσει το χέρι μου μερικές φορές. Κάθε φορά που με ακουμπούσε, κάθε φορά που έδειχνε να μην θέλει αφήσει και να επιμένει στο να με ακολουθεί, με έκανε όλο και πιο θυμωμένη. Η παλάμη του τυλίχτηκε πάλι γύρω από το μπράτσο μου και αυτή την φορά γύρισα να τον αντιμετωπίσω.
«Είπα… όχι», ούρλιαξα. 
  Ένα κύμα ενέργειας γέμισε το σώμα μου και με άφησε μαζί με την φωνή μου και ο μεθυσμένος άντρας μπροστά μου πετάχτηκε μέτρα μακριά μου. Έπεσα στα γόνατα μου, ξαφνικά εξαντλημένη, και έμεινα κάποια λεπτά να κοιτάω το αναίσθητο σώμα που κειτόταν μπροστά μου.
  Όταν ο νους μου επέστρεψε στην πραγματικότητα και συνειδητοποίησα τι είχα κάνει πετάχτηκα στα πόδια μου και σοκαρισμένη έτρεξα τον υπόλοιπο δρόμο μέχρι το σπίτι μου.
  Λαχανιασμένη έκλεισα την πόρτα της εισόδου πίσω μου και αφού την κλείδωσα ανέβηκα τα σκαλιά για το δωμάτιο μου. Εξουθενωμένη κατέρρευσα στο κρεβάτι μου και έθαψα το πρόσωπο μου στα παπλώματα. Ήξερα ότι είχα κάνει το ανεξήγητο. Όσο περίεργο, όσο αδύνατο και να μου φαινόταν, ήξερα ότι εγώ ήμουν που τον… έσπρωξα; Ότι και αν ήταν αυτό που τον έστειλε μέτρα απόσταση μακριά μου, τέλος πάντων.
  Ύστερα από, δεν ξέρω πόση ώρα, σηκώθηκα και πήγα στο γραφείο μου που ήταν απέναντι από το κρεβάτι. Άφησα την τσάντα μου κάτω από το έπιπλο και άνοιξα το λάπτοπ μου. Ε, τι περιμένατε να κάνω; Έκανα κάτι που δεν μπορώ να εξηγήσω και μέχρι να ξεπεράσω το σοκ κάτι πρέπει να κάνω. Δεν μπορώ να κάθομαι άπραγη. Αλλά αυτό είναι μάλλον εξαιτίας του ότι έχω ΔΕΠΥ. Άμα δεν ξέρετε τι είναι ψάξτε το στο Google.
  Δεν έκανα τίποτα ουσιώδες όση ώρα καθόμουν, αλλά το μυαλό μου ταξίδευε. Ξαφνικά θυμήθηκα εκείνο το όνειρο. Όμως, ακόμα δεν έβγαζε νόημα. Κάτι σήμαινε και έπρεπε να καταλάβω τι. Σηκώθηκα από την καρέκλα μου και πήγα στο μπάνιο όπου έριξα λίγο νερό στο πρόσωπο μου. Όταν σήκωσα το κεφάλι μου για να αντικρίσω την αντανάκλαση μου σχεδόν έπεσα από την ταραχή μου. Τα μάτια μου είχαν ανοίξει και άλλο στο χρώμα. Το πρωί μου φάνηκαν ένα ελαφρύ καφέ σε αντίθεση με τα σκούρα καστανά μου, αλλά τώρα είχαν αλλάξει τελείως. Ήταν γκρι. Βαθιά μέσα τους μπορούσα να δω σκιές κόκκινου. Ακόμα και στο σκοτάδι.
  Αναστατωμένη επέστρεψα στο δωμάτιο μου. Κοίταξα το ρολόι και η ώρα ήταν εννιά. Άνοιξα τα φώτα του δωματίου και επέστρεψα στο γραφείο μου. Ακούμπησα τους αγκώνες μου στο γραφείο και ενοχλημένη έτριψα το μέτωπο μου στις παλάμες μου. Από όταν ήμουν μικρή, πάντα, ήθελα να μου συμβεί κάτι. Είτε αυτό είναι μια δύναμη, μαγική και μη, είτε κάτι ασυνήθιστο. Ε τώρα, μάλλον πήρα όλο το πακέτο.
***
  Ονειρεύομαι…
  Οι άσπροι λόφοι γύρω μου απλώνονταν για μίλια και δεν μπορούσα να διακρίνω τίποτα στην παγερή θύελλα. Άρχισα να περπατάω τυφλά, ακολουθώντας μόνο μια πολύ γνωστή αίσθηση.
  Στο βάθος του θολού τοπίου διέκρινα κάτι. Φύσηξε κρύο αέρας και τύλιξα τα χέρια μου γύρω μου σε μια απελπισμένη προσπάθεια να ζεσταθώ. Κόκκινα μάτια πλησίασαν και ο λύκος ήταν για άλλη μια φορά μπροστά μου. Με κοίταξε λοξά και χωρίς προειδοποίηση, γύρισε και άρχισε να τρέχει προς μια άγνωστη κατεύθυνση.
  Η όραση μου με πρόδωσε άλλη μια φορά, καθώς δεν μπορούσα να δω, παρά μόνο πέντε μέτρα μπροστά μου. Όμως οι αισθήσεις μου με εξέπληξαν όπως και στο προηγούμενο όνειρο, διότι μπορούσα να καταλάβω που πήγαινε ο λύκος χωρίς να τον βλέπω. Τα πόδια μου βούλιαζαν στο χιόνι καθώς έτρεχα και το κρύο γινόταν όλο και πιο ανυπόφορο.
  Ξαφνικά, ένα μοβ φως άρχισε να έρχεται σε όψη. Έτρεξα με όλη μου την δύναμη προς αυτό και αυτή την φορά δε δίστασα… απλά έτρεξα μέσα. Αυτή την φορά ένα διαφορετικό είδος θερμότητας με τύλιξε και καθώς χανόμουνα στην εκτυφλωτική λάμψη το μάτι μου πείρε είδηση μια κουκουβάγια να πετάει προς το μέρος μου. Έκλεισα τα μάτια μου και αφέθηκα στο φως το οποίο με γέμιζε.