Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

Η συνέχεια μιας ιδέα ποιήματος




Συνέχεια…

Αγκάθια να τα πάλι, τα βλέπω πάλι εδώ
Μα για άλλο άντρα πια, κλαίω και πονώ
Καρδιά αγνή, μα από αισθήματα στεγνή
Δεν φταίω εγώ που η ζωή, με έκανε αναίσθητη

Δύο άντρες και οι δύο, μοιραίοι και δειλοί
Αγάπη πρόσφεραν, μα ήτανε πικρή
Το αίμα όλο πάρε, πια το ‘χω βαρεθεί
Προτιμάω την μοναξιά, που πια με έχει αποδεχτεί

Πιο σκοτεινή έχω γίνει, και ας έχω πια αλλάξει
Δεν με πειράζει πια, το αδειανό κρεβάτι
Κρετίνοι και υποκριτές, με αυτούς έχω μπουχτίσει
Ειλικρίνεια αμυδρή, δε θέλεις να την δείξεις

Βοήθεια αρνείσαι, η ψυχή σου παγερή
Γιατί τον εαυτό σου τον πονάς, δειλή μου εσύ ψυχή
Δεν φταις μονάχα εσύ, γνωρίζω αυτό καλά
Μα δε δικαιολογούσε, δε είμαι εγώ αυτή που σου έφαγε την τροφαντή μιλιά

Επιλογή την είχες, μα σου ‘ρθε όμως ξινή
Λάθος μεγάλο έκανες, που το σκοτάδι αποφάσισες να εμπιστευτείς
Με εμέ ανάγκη δεν υπάρχει, για εσέ να προσποιηθείς
Ξέρω καλά την αλήθεια, από την οποία προσπαθείς μάταια να κρυφτείς 

Προσπάθησα, με πρόδωσες, τι να ‘κανα και εγώ
Δεν θα σου ανοίξω ξανά την πόρτα, εάν θελήσω εσέ να ξαναδώ
Πες ότι θέλεις, δήθεν μοιραίε Κρητικέ
Τις μαντινάδες σου να τις επάρεις και σε καμία δήθεν γκόμενα να πας και να τις πεις
Εάν την καλή σου την ψυχή δε σταματήσεις να περιφρονείς

Ευαγγελία Γλέζου (vagg)

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

Σκοτεινές Ψυχές- Κεφάλαιο 3



Κεφάλαιο 3
  Οι δρόμοι και το πάρκο της πανεπιστημιούπολης ήταν, όπως πάντα, γεμάτα πολυάσχολο και ας προσθέσω ενοχλητικά θορυβώδες κόσμο. Ο ήλιος μου έκαιγε τα μάτια και έβαλα την παλάμη μου στο μέτωπο μου, σε μια αποτυχημένη προσπάθεια να τα κρύψω κάτω από την λίγη σκιά που μπορούσε να μου προσφέρει. Είχα εργαστήριο και βιαζόμουνα για να μην αργήσω.
  Η αίθουσα είχε κλιματισμό και για μια στιγμή σταμάτησα στο κατώφλι της πόρτας. Ο δροσερός αέρας με τύλιξε και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα μπήκα στο εργαστήριο. Ο καθηγητής μου ανέθεσε ένα πάγκο, τον οποίο και θα μοιραζόμουν με κάποιον άγνωστο ακόμα συμφοιτητή μου. Έκατσα σε ένα ψηλό σκαμπό και έθαψα το πρόσωπο μου στις παλάμες μου. Όλο το πρωί από την βιασύνη μου δεν είχα καθόλου χρόνο να επεξεργαστώ το όνειρο που είδα χτες και τώρα πάνω που είχα αρχίσει να ηρεμώ, η πραγματικότητα με χτύπησε με τον πιο άσχημο τρόπο. Όπως και να έχει, το να αποκτάς ξαφνικά περίεργες δυνάμεις δεν είναι κάτι απλό, κάτι φυσικό.
«Γεια σου!», είπε μια βαθιά φωνή τσαχπίνικα πίσω από τον ώμο μου.
  Γύρισα ελαφρά το κεφάλι μου και ήρθα αντιμέτωπη με ένα ζευγάρι μοβ μάτια. Όχι πάλι, σκέφτηκα και μούγκρισα χαμηλόφωνα.
«Χαίρομαι που με συμπαθείς τόσο πολύ!», αναφώνησε το αγόρι και έκατσε σε ένα σκαμπό δίπλα μου.
«Μα ναι», είπα αθώα και του έδειξα το καλύτερο ψεύτικο χαμόγελο μου.
«Μάλιστα! Πιστεύω πως δεν έχουμε συστηθεί ακόμα! Σταύρος!», είπε και μου πρόσφερε το χέρι του.
«Χρύσα», απάντησα και του έσφιξα το χέρι.
«Ωραίο όνομα»
«Ευχαριστώ, αλλά νομίζω ότι τώρα πρέπει να προσέξουμε τον καθηγητή»
«Μα φυσικά», είπε ο Σταύρος και αφού μου χαμογέλασε μια τελευταία φορά έστρεψε το βλέμμα του αλλού.

***
  Εκκωφαντικοί ήχοι γέμισαν τα αυτιά μου καθώς προσπαθούσα να βρω τον δρόμο μου έξω από το γιγαντιαίο κτήριο στο οποίο είχα κάνει μάθημα. Καθ’ όλη την διάρκεια που ήμουν στο εργαστήριο μπορούσα να νιώσω τα μοβ μάτια του Σταύρου να με μελετάνε. Άκρως εκνευριστικό! Μπορώ να ομολογήσω ότι προσπάθησα να τον εκτινάξω στον αέρα κάποια στιγμή, όπως είχα κάνει και με εκείνο τον άντρα στον δρόμο. Δυστυχώς δεν πέτυχε αυτή την φορά. Μάλλον δεν ήμουν αρκετά εκνευρισμένη. Ίσως, οι δυνάμεις του να αντιστρέφουν κατά κάποιο τρόπο τις δικές μου, διότι ορκίζομαι ότι τον ένιωσα πολλές φορές να λικνίζει προς το μέρος μου!
«Ε! Περίμενε!», φώναξε μια βαθιά φωνή πίσω από τον ώμο μου.
  Με γουρλωμένα μάτια επιτάχυνα το βήμα, αλλά πριν προλάβω να απομακρυνθώ ένα χέρι με έπιασε σφιχτά από το μπράτσο και σταμάτησα ακαριαία. Εκνευρισμένη γύρισα να αντιμετωπίσω τον ενοχλητικά ωραίο Σταύρο! Ήμουν έτοιμη να τον βρίσω, αλλά στην θέα τον γκρι ματιών με τις μοβ τους πιτσιλιές βρήκα τον εαυτό μου να παλεύει για την μιλιά του.
«Ε… τι θες;», τραύλισα, φροντίζοντας να μην ξεστομίσω το πάλι που ούρλιαζε μέσα στο κρανίο μου.
«Σκεπτόμουν, μιας και είσαι νέα σε… όλο αυτό, ίσως να μπορώ να σε βοηθήσω. Ξέρεις! Με το να χρησιμοποιείς τις δυνάμεις σου», είπε και έτριψε νευρικά το χέρι του, κοιτώντας το έδαφος.
«Εντάξει. Αλλά όχι τώρα! Έχω Εισαγωγή στην ηλεκτρολογία τώρα», αποκρίθηκα και ξεκίνησα για να φύγω. Η ιδέα του να μπορώ να τινάξω τον Σταύρο μακριά μου όποτε θέλω ήταν πολύ δελεαστική για να την απορρίψω!
«Πριν φύγεις… Τελειώνω στις πέντε και μισή. Επίσης, θα χρειαστείς αυτό», είπε και μου έδωσε ένα χαρτάκι με αριθμούς, που μαντεύω είναι το κινητό του. Μου χαμογέλασε μια τελευταία φορά με εκείνο τον εκνευριστικό τρόπο, που μου λέει κάτι σαν: Ξέρω κάτι που δεν ξέρεις και χαίρομαι!
«Ναι, ναι!», μουρμούρισα και έβαλα το χαρτάκι στην τσέπη μου.

***
  Ξεφυσώντας ηχηρά έπεσα στο κρεβάτι μου και έτριψα ζαλισμένη το μέτωπο μου. Πέταξα την τσάντα μου σε μία γωνία και πήγα στο μπάνιο για να βρέξω λίγο το πρόσωπο μου. Σκούπισα το πρόσωπο μου και βρέθηκα αντιμέτωπη με τα νέα μου μάτια.
  Στο θαμπό φως οι κόκκινες γραμμές στα γκρι μου μάτια φωσφόριζαν έντονα. Για μια στιγμή έμεινα ακίνητη, για να τις θαυμάσω. Το θέμα τους στην αρχή είναι τρομακτικό, αλλά δεν παύουν να είναι πανέμορφα. Ανασήκωσα ένα φρύδι στην αντανάκλαση μου και αφήνοντας ένα γέλιο να ξεφύγει από τα χείλη μου, επέστρεψα στο δωμάτιο μου.
  Το καμπάνισμα του κουδουνιού ακούστηκε από τον κάτω όροφο και βιάστηκα κατέβηκα την σκάλα και έφτασα στην πόρτα. Κοίταξα από το ματάκι και το αγόρι της Ελίνας στεκόταν απ’ έξω. Άνοιξα την πόρτα με ένα χαμόγελο στα χείλη.
«Μιχάλη! Καιρό έχω να σε δω. Η αδερφή μου θα κατέβει λογικά σε λίγο», χαιρέτησα τον κοκκινομάλλη άντρα και του έγνευσα με το χέρι μου να μπει μέσα.
«Ναι. Θα πάμε να δούμε μια ταινία… Χωρίς να θέλω να φανώ αδιάκριτος… Τι έπαθαν τα μάτια σου;», ρώτησε με περιέργεια εκείνος και πανικός εισχώρησε στο μυαλό μου.
«Ε… τι έχουν; Πάντα έτσι ήταν», είπα νευρικά μπλοφάροντας.
«Χμ. Απλά τα θυμάμαι καστανά. Και οι κόκκινες γραμμές  είναι λίγο περίεργες…», αποκρίθηκε και πλησίασε πιο κοντά, μελετώντας με. Πανικόβλητη υποχώρησα προς τα πίσω.
«Μιχάλη! Πάλι παρενοχλείς την καημένη την αδελφή μου», είπε παιχνιδιάρικα η Ελίνα καθώς κατέβαινε τις σκάλες.
  Το πρόσωπο του Μιχάλη αμέσως φωτίστηκε και τρέχοντας προς το μέρος της την άρπαξε στα χέρια του και την έκανε σβούρες στο αέρα. Ύστερα την άφησε κάτω και της έδωσε ένα γρήγορο φιλί. Ένιωθα λίγο άβολα όποτε τους έβλεπα μαζί. Ήταν απλά τόσο… ευτυχισμένοι;
«Εμένα να με συγχωρέσετε αλλά θα επιστρέψω στο δωμάτιο μου», είπα και άρχισα να ανεβαίνω τις σκάλες.
«Χάρηκα που τα είπαμε!», άκουσα τον Μιχάλη να μου φωνάζει από κάτω αλλά δεν έκανα τον κόπο να απαντήσω. Ήμουν σίγουρη ότι θα έλεγε στην Ελίνα για τα μάτια μου και αποφάσισα να απολαύσω την ησυχία μου για όσο θα την είχα. Εξάλλου πρέπει να συναντήσω και τον δυσάρεστο Σταύρο. Τουλάχιστον με όλα αυτά δεν έχω χρόνο να σκεφτώ. Αυτό που ζω είναι αρκετά περίεργο όπως έχει, δεν χρειάζεται να το αναλύσω κιόλας.
  Αναστενάζοντας έβγαλα το κινητό από την τσάντα μου και έστειλα ένα σύντομο μήνυμα στον αριθμό που μου έδωσε ο Σταύρος το πρωί.

***
«Δεν λειτουργεί!», γκρίνιαξα στο Σταύρο.
  Ήμασταν στο δάσος μια ρεματιάς κοντά στο σπίτι μου και προσπαθούσε να με βοηθήσει να έχω “άμεση πρόσβαση” στις δυνάμεις μου. Εκνευρισμένος πέρασε τα δάχτυλα του από τα μαλλιά του και κοιτώντας προς τον σκοτεινό ουρανό άρχισε να κλαψουρίζει. Και εκεί που έλεγα ότι δεν μπορεί να γίνει πιο εκνευριστικός!
«Δοκίμασε πάλι!», επίμεινε και αφού ρουθούνισα ενοχλημένη ετοιμάστηκα να δοκιμάσω πάλι. «Πάρε βαθιές ανάσες και προσπάθησε να πιάσεις το συναίσθημα που είχες την πρώτη φορά που χρησιμοποίησες την δύναμη σου», πρόσθεσε και κουρασμένος κάθισε σε ένα πεσμένο κορμό λίγο πιο ‘κει.
«Δηλαδή θυμό», είπα και προσπάθησα να χαλαρώσω.
«Ναι, ότι λειτουργεί για σένα. Προσπάθησε να θυμώσεις», απάντησε αν και δεν ήταν ερώτηση.
  Εισέπνευσα βαθιά και αυτή την φορά βρήκα εύκολα το κέντρο του θυμού μου. Όπως την πρώτη φορά ένιωσα ένα κύμα ενέργειας να εκρήγνυται μέσα μου και με όλη μου την δύναμη το πίεσα μπροστά μου. Το κύμα πετάχτηκε μπροστά παίρνοντας μαζί του όλη την ενέργεια που με είχε γεμίσει και έπεσε πάνω με εξωπραγματική πίεση στο δέντρο μπροστά μου. Λεπτό όπως ήταν άρχισε να λικνίζει πέρα-δώθε εωσότου τελικά άρχισε να πέφτει προς το μέρος μου. Πανικόβλητη έτρεξα μακριά του και γύρισα πίσω για να δω τον Σταύρο να πετάγεται από τον κορμό που καθόταν ξαφνιασμένο και κατατρομαγμένο από τον δυνατό γδούπο που έκανε το δέντρο όταν έπεσε.
  Ανασαίνοντας βαθιά με μια παλάμη κωμικά στο στήθος του λες και θα πεταγόταν η καρδιά του έξω, ο Σταύρος με κοίταξε με ύφος, τόσο τρομαγμένο, που με έκανε να βάλω τα γέλια.
«Μην γελάς!», είπε με τσιριχτή φωνή, πράγμα που με έκανε να λυθώ από το γέλιο. «Είσαι τρελή! Πως το έκανες αυτό! Σου είπα να θυμώσεις, αλλά όχι και έτσι! Τι σκέφτηκες και σε εξόργισε έτσι;»
  Απότομα σταμάτησα το γέλιο μου, κρατώντας το όσο καλύτερα μπορούσα και τον κοίταξα με το πιο κωμικό σοβαρό ύφος μου.
«Εσένα», είπα και μετά από μερικά δευτερόλεπτα κοιτώντας τον στα μάτια, έβαλα πάλι τα γέλια.
«Τέλος! Είναι τρελή», είπε πια με την κανονική του μπάσα φωνή, κοιτώντας τον ουρανό και κουνώντας το κεφάλι του.

***
«Χα χα, ναι το ξέρω! Ο σκύλος μου είναι απλά τέλειος!», είπε ο Σταύρος περήφανα και έφαγε μια ακόμα κουταλιά από το κυπελλάκι με το παγωτό που κρατούσε στα χέρια του. Ήμασταν στο Χαλάνδρι και καθόμασταν σε ένα παγκάκι χαλαρώνοντας.
«Εντάξει το παραδέχομαι! Είναι! Ευχαριστημένος;», αποκρίθηκα σηκώνοντας τα χέρια ψηλά.
«Ο! Δεν θα μάθεις ποτέ πόσο», απάντησε και τα βλέμματα μας διασταυρώθηκαν. Για λίγα δευτερόλεπτα κανένας μας δεν κουνήθηκε. Ο Σταύρος άρχισε να λικνίζει προς το μέρος μου, αλλά γύρισα το κεφάλι μου αλλού, και ντροπιασμένος κάθισε πάλι όρθιος και συνέχισε να τρώει το παγωτό του. Δάγκωσα το χείλος μου και αποφάσισα ότι θα έπρεπε να είμαι εγώ αυτή που θα ξανάρχιζε την συζήτηση.
«Συγγνώμη… ξέρεις… που… παραλίγο να σε σκοτώσω με εκείνο το δέντρο στο πάρκο», απολογήθηκα και έστρεψα το βλέμμα μου προς αυτόν.
«Δεν πειράζει», είπε και ένα γελάκι ξέφυγε από τα χείλη του. «Να σε ρωτήσω», συνέχισε ξαφνικά σοβαρός. «Σε εκνευρίζω αλήθεια τόσο;», ρώτησε και με κοίταξε στα μάτια, οι μοβ πιτσιλιές στα δικά του να λαμπυρίζουν στο απαλό σκοτάδι.
«Ε, λιγάκι», είπα διστακτικά και γύρισε το βλέμμα του στο έδαφος θλιμμένος. «Κοίτα, δεν με εκνευρίζεις τόσο πολύ. Σε συμπαθώ… μάλλον. Για να θυμώσω δεν σκέφτηκα μόνο εσένα και το πόσο ενοχλητικός είσαι, είχα και άλλα στο μυαλό μου», πρόσθεσα κωμικά.
  Ανασήκωσε τα φρύδια του και γελώντας κοφτά, το αυτάρεσκο του χαμόγελο επέστρεψε.
«Χαίρομαι. Απλά την επόμενη φορά χτύπα ένα πιο γερό δέντρο και όχι ένα που πιθανότατα θα πέσει να με πλακώσει», αποκρίθηκε με ύφος παρόμοιο με το δικό μου και σηκώθηκε για να πετάξει το κυπελλάκι του. «Μήπως θα μπορούσα να σας συνοδεύσω σπίτι σας δεσποινίς;», είπε όταν επέστρεψε και μου προσέφερε τον χέρι του.
«Μα φυσικά καλέ μου κύριε», αποκρίθηκα και κάνοντας μια θηλυκή υπόκλιση πήρα το χέρι του και περπατήσαμε μαζί στον δρόμο κάτω από το σεληνόφως.
***
Ονειρεύομαι…
  Αυτή την φορά βρέθηκα σε ένα ξέφωτο. Το μόνο φως προερχόταν από το μισοφέγγαρο που στόλιζε περήφανα τον ουρανό.
  Ο λύκος δεν άργησε να εμφανιστεί. Κάθισε μπροστά μου για λίγο και ύστερα σηκώθηκε και άρχισε να περπατάει. Δεν δίστασα και τον άφησα να με οδηγήσει. Κατεβήκαμε ένα λόφο και στο βάθος μπορούσα να δω ένα φως που ήταν πιθανότατα η πύλη.
  Ξαφνικά, ένα ρίγος με διαπέρασε και οι τρίχες στο πίσω μέρος του λαιμού μου σηκώθηκαν. Ο γκρίζος λύκος μπροστά μου άρχισε να κοιτάει γύρω και να μυρίζει τον αέρα. Το έδαφος άρχισε να δονείτε και πάλεψα να κρατήσω την ισορροπία μου. Έπεσε φαρδιά πλατιά στο έδαφος και τα αυτιά μου άρχισαν να βουίζουν. Σήκωσα το βλέμμα μου και ο λύκος μου γάβγιζε, γυρνώντας τακτικά το κεφάλι του προς την πύλη.
  Ζαλισμένη άρχισα να σηκώνομαι, το έδαφος κάτω από τα πόδια μου ακόμα να τραντάζετε. Βάζοντας όλη μου την δύναμη έτρεξα προς την πύλη. Ένα ηχηρό κρακ ακούστηκε από πάνω μου και κοιτώντας πάνω, είδα ότι ο ουρανός είχε ραγίσει σαν να ήτανε γυαλί, έτοιμος να σπάσει. Έκανα ένα σάλτο και το καροτί φως της πύλης με περιέλουσε. Δεν ήταν όμως ζεστό όπως τις άλλες φορές. Το κρύο με διαπέρασε και ένα σατανικό γέλιο γέμισε τα αυτιά μου. Έχασα τις αισθήσεις μου και έπεσε να υπό την επήρεια ενός ταραγμένου ύπνου.

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

I AM (A poem)



I AM by Ευαγγελία Γλέζου

I am all the days that you choose to ignore
I am the light that you are trying to pull away from
I am the one who cracked your code
I am the one who broke your world


Don't change for the sake of change
don’t change because of the pain
don’t change because of us
don’t change for change has already come


We are the things you choose to ignore
the light in the darkness you've made your home
we are the ones with purpose pure
you are your poison
But you are not you


I am all the days that you choose to ignore
the pain is mutual so please don't go
don’t be afraid, this is not hate
It is regret and guilt and shame


By Ευαγγελία Γλέζου (vagg)