Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012

Ο Φρουρός-Ο κληρονόμος Κεφάλαιο 5



5
«Λοιπόν, Τζέιμς! Πιστεύω πως ήρθε η ώρα να διαλέξεις το όπλο ειδικότητας που θα έχεις», είπε ο Λάιζαρ, η φωνή του εκκωφαντική στους λευκούς τοίχους της κρύπτης.
«Ε, πρέπει να έχω κάποια ειδικότητα?», ρώτησε ο Τζέιμς και γύρισε το βλέμμα του στα αμέτρητα ράφια με εξοπλισμό και αντικείμενα βίας.
«Ένας φρουρός πρέπει να μάθει να πολεμάει με ότι έχει. Όμως, πρέπει να διαλέξει ένα όπλο στο οποίο θα αφιερωθεί περισσότερο. Αυτό το όπλο που θα διαλέξεις, αυτό και θα κουβαλάς στις μάχες σου», απάντησε ο άντρας και τον έσπρωξε πιο κοντά στα ράφια.
«Καλά, καλά! Θα διαλέξω», παραπονέθηκε το αγόρι και άρχισε να κοιτάει με προσοχή με όπλα.
«Εάν δεν μπορείς να διαλέξεις, άφησε το ένστικτο σου να διαλέξει για εσένα», είπε ο Τέλεμπορ με φωνή που, προς έκπληξη του Τζέιμς δεν ήταν χαρούμενη ως συνήθως, ήταν σοβαρή.
  Ο Τζέιμς έκλεισε τα μάτια του και άφησε το χέρι του ελεύθερο. Στο μυαλό του αναμνήσεις που είχε από τον πατέρα του, ήρθαν στην επιφάνεια και ένιωσε το χέρι του να κουνιέται μόνο του. Τα πόδια του τον οδήγησαν προς τα δεξιά καθώς τα δάχτυλα του ψηλάφιζαν τα κοφτερά αντικείμενα στο τοίχο.
  Ξαφνικά σταμάτησε και η παλάμη του τυλίχτηκε γύρω από κάτι. Άνοιξε τα μάτια του και στα χέρια του κρατούσε ένα αστραφτερό μπλε ξίφος. Γύρισε προς την Ελάινα, η οποία είχε χάσει το χρώμα της και κοιτούσε με τα μάτια ορθάνοιχτα.
«Λάιζαρ? Τι σπαθί είναι αυτό?», ρώτησε διστακτικά και δοκίμασε μερικές κινήσεις με το ξίφος. Ήταν ελαφρύ και έκοβε τον αέρα με ευκολία.
«Αυτό… Τζέιμς, είναι παρασκευασμένο από ένα πολύ σπάνιο μέταλλο. Έχει φτιαχτεί από… συγκεκριμένους ανθρώπους.  Οι δημιουργοί του το ονόμασαν… τζελφάντι. Εμείς οι φρουροί το αποκαλούμε… το καταραμένο μέταλλο», είπε ο Λάιζαρ. Η έκφραση του ήταν σαν οι χειρότεροι του φόβοι να είχαν επιβεβαιωθεί.
«Και τι είδους άνθρωποι ήταν αυτοί Λάιζαρ?», ρώτησε ο Τζέιμς και πλησίασε, κρατώντας το ξίφος απλωμένο μπροστά του. Μια ιδέα πέρασε από το μυαλό του. Κάτι του είπε ότι, ότι του έκρυβαν σχετιζόταν με αυτό το ξίφος.
«Σαν… σαν εσένα», τραύλισε ο άντρα και έκανε ένα βήμα πίσω.
«Και τι είμαι εγώ Λάιζαρ? Φρουρός?», ρώτησε σαρκαστικά ο Τζέιμς και συνέχισε να πλησιάζει.
«Τζέιμς σε παρακαλώ σταμάτα... είναι καλύτερα άμα δεν ξέρεις», είπε η Ελάινα προσπαθώντας να τον ηρεμήσει.
«Ελάινα σε παρακαλώ. Πρέπει να ξέρω», απάντησε εκείνος με ήρεμο τόνο. «Το πρόβλημα μου δεν είναι με εσένα. Το ξέρεις αυτό»
«Τζέιμς ξέρει τι σου λέει. Σταμάτα», είπε ο Λάιζαρ και έκανε άλλο ένα βήμα πίσω.
«Απάντα μου Λάιζαρ!», φώναξε και με ένα σάλτο βρέθηκε μπροστά στο φρουρό με την μύτη της λεπίδας να πιέζει ελαφρά στο στομάχι του άντρα.
«Βρίσκεσαι σε περισσότερο κίνδυνο από όσο γνωρίζεις. Άμα το μάθουν οι ανώτεροι μου θα σε σκοτώσουν Τζέιμς! Το καταλαβαίνεις αυτό?», είπε και σήκωσε τα χέρια ψηλά.
«Απλά πες μου», είπε ο Τζέιμς και χαμήλωσε το σπαθί του.
«Ο πατέρας σου ήταν φρουρός. Όμως όπως κάθε άνθρωπος μπορείς να γεννηθείς και με το ενδεχόμενο ενός… εκλεχτού», απάντησε και άφησε τον εαυτό του να καταρρεύσει στο πάτωμα. Τα κόκκινα φτερά του τον τύλιξα σαν να ήθελαν να τον παρηγορήσουν… ή να τον προστατέψουν.
«Θες να πεις ότι είμαι και εκλεχτός και φρουρός? Μα γιατί να θέλουν να με σκοτώσουν?», ρώτησε το αγόρι και κάθισε οκλαδόν στο πάτωμα μπροστά από τον φρουρό.
«Είσαι απειλή για αυτούς. Ένας που κατέχει τις δυνάμεις και τον δύο ειδών είναι πολύ ισχυρός. Πριν αιώνες, άτομα σαν εσένα, εξεγέρθηκαν εναντίον των φορέων. Η δύναμη τους είχε αρρωστήσει, είχε θολώσει την λογική τους. Οι φορείς νίκησαν. Από τότε βγήκε ένα νόμος που θέτει το είδος σου απαγορευμένο. Για αυτό ο Κέιμπρο σε βρήκε πριν καν αποκτήσεις τις γνώσεις ενός φρουρού. Ήσουν πολύ ισχυρός για να σε αγνοήσει», είπε και σηκώθηκε απότομα. «Το ακούσατε αυτό?»
«Το άκουσα φίλε μου», απάντησε ο Τέλεμπορ και έκλεισε τα μάτια του. «Επέστρεψε»
«Τόσο νωρίς?», ρώτησε η Ελάινα αγχωμένη.
«Ναι! Και κάτι μου λέει ότι η ασπίδα δεν θα τον κρατήσει αυτή την φορά», απάντησε ο Λάιζαρ και κατευθύνθηκε προς την πλατιά σκάλα.
«Τζέιμς, το βλέπω ότι είσαι σοκαρισμένος και είναι κατανοητό. Αλλά ήρθε η ώρα να βάλεις σε εφαρμογή ότι έμαθες. Πάρε το ξίφος σου και πάμε έξω. Ελάινα και εσύ το ίδιο»
  Όλοι μαζί άρχισαν να τρέχουν πάνω τις σκάλες έως πάνω στο σπίτι. Δονήσεις άρχισαν να ταρακουνούν το σπίτι όταν έφτασαν στα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στο διάδρομο πριν από το σαλόνι. Ο Τζέιμς παραπάτησε και έπεσε, αλλά με την βοήθεια της Ελάινας σηκώθηκε και κατάφεραν τελικά να βγουν από το σπίτι.
  Όταν έφτασαν στην πίσω αυλή ο Κέιμπρο τους είδε και χαμογελώντας τους, έπεσε με φόρα πάνω στην ασπίδα και η προστατευτική αύρα διαλύθηκε σε χίλια φώτα τα οποία εξαφανίστηκαν πριν ακουμπήσουν καν το έδαφος.
«Επιτέλους θνητέ. Λαχταρούσα να σε δω από κοντά», είπε ο άντρα με τα μαύρα φτερά καθώς προσγειωνόταν στο έδαφος.
Από κοντά ο Κέιμπρο ήταν μια φοβερή όψη. Μαύρα φτερά, μαλλιά μαύρα σαν το κάρβουνο και μάτια των οποίων την κόρη δεν μπορούσες να την δεις από το σκοτάδι που τις κάλυπτε. Το δέρμα του ήταν πιο άσπρο από οτιδήποτε είχε δει μπροστά του ο Τζέιμς και με φόβο πλησίασε.
«Δεν χρειάζεται να πολεμήσουμε», είπε το αγόρι αλλά ο άντρα μπροστά του απλά γέλασε. Ήταν ένας εκκωφαντικός ήχος και στιγμιαία ζαλίστηκε ο Τζέιμς. Η Ελάινα τον στήριξε κρατώντας το μπράτσο του και όταν η ακοή του επέστρεψε στάθηκε πάλι όρθιος.
«Μα πρέπει. Η ενέργεια σου θα με αναζωογονήσει, όντως. Είσαι λίγο σπάνιο είδος βλέπεις», είπε και έγλειψε τα χείλη του. Στο άκουσμα από τα λόγια του ο θυμός του επέστρεψε και έσφιξε το χέρι του γύρω από την λαβή του ξίφους. «Ενδιαφέρον σπαθί έχεις εκεί βλέπω. Θα είναι πιο αποτελεσματικό από το καρίνιουμ αλλά αμφιβάλλω αν διαθέτεις ακόμα αρκετές ικανότητες για να το χρησιμοποιήσεις εναντίον μου». Χωρίς προειδοποίηση ο Τζέιμς όρμησε στο σκοτεινό άντρα και χτύπησε με το ξίφος του. Μία γραμμή αίματος εμφανίστηκε στο μάγουλο του άντρα. «Μπορεί να είσαι σβέλτος αγόρι, αλλά δεν θα σε βοηθήσει πολύ με εμένα. Ούτε φυσικά αν μια μέρα οι φίλοι σου αποφασίσουν να γίνουν σαν εμένα»
«Τι εννοείς? Κανένα Συμβούλιο δεν θα με έκανε να στραφώ ποτέ εναντίον τους», φώναξε ο Τζέιμς και σήκωσε πάλι το ξίφος.
«Δεν σου έχουν πει και πολλά για εμένα ε? Μα ήμουνα και εγώ κάποτε φορέας νεαρέ. Με έλεγαν Κεράνιο. Τα χαρακτηριστικά μου όλα ήταν λευκά, όπως και ο ατόφιος κεραυνός. Απλά εγώ αποφάσισα να χρησιμοποιήσω τις δυνάμεις μου αντί να τις χαρίζω», είπε ο Κεράνιος και γέλασε πάλι.
«Ξέρεις ότι διαφέρουμε Κεράνιε», φώναξε ο Τέλεμπορ και τράβηξε την χορδή του χρυσού του τόξου.
«Ο! Γλυκέ και αθώε Τέλεμπορ. Ούτε εγώ ήμουν έτσι. Μα, δες με τώρα!», είπε ο σκοτεινός άντρας και χαμογέλασε χλευαστικά.
«Αυτό ήταν η τελευταία σταγόνα Κεράνιε. Παραδώσου ή πέθανε!», φώναξε ο Λάιζαρ και έσφιξε τις παλάμες του στο δοξάρι του.
«Χμ… διαλέγω να πεθάνετε όλοι σας!», ούρλιαξε εκείνος και σήκωσε ψηλά τα χέρια του. Δύο κεραυνοί εκτοξεύτηκαν και όλοι έτρεξαν για να τους αποφύγουν.
    Ο Τέλεμπορ πέταξε στο ουρανό και εκτόξευσε ένα βέλος το οποίο ο Κεράνιος απέφυγε με γρήγορες κινήσεις, ακριβώς στην ώρα του για να αποκρούσει μια επίθεση από τα δύο σπαθιά στα χέρια στης Ελάινας. Αμέσως μετά όρμησε ο Τζέιμς με τον Λάιζαρ στο κατώφλι του και χτύπησαν. Ο άντρας έσκυψε και η λεπίδα του μπλε ξίφους ίσα που γρατζούνισε το κεφάλι του. Ο Λάιζαρ κάρφωσε με το δοξάρι του, όμως ο Κεράνιος έπιασε την κεφαλή ανάμεσα στις παλάμες του και την έσπασε από το ακόντιο. Ύστερα έσπρωξε τον κοκκινόμορφο άντρα ο οποίος πετάχτηκε στον αέρα με δύναμη, όπου ένας κεραυνός από την παλάμη του Κέιμπρο τον χτύπησε κατάστηθα.
  Δεύτερος έπεσε ο Τέλεμπορ. Η Ελάινα και ο Τζέιμς συνέχισαν να επιτίθενται με τα ξίφη τους χωρίς επιτυχία. Το αγόρι γύρισε απότομα την λεπίδα του και μια βαθιά πληγή άνοιξε το μπράτσο του Κέιμπρο. Εκείνος ούρλιαξε και με μια κοφτή κίνηση ένα δυνατό φως έφυγε από την παλάμη του και χτύπησε την Ελάινα. Ο Τζέιμς φώναξε και συνέχισε να κουνάει το σπαθί του όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
«Δεν θα τα… καταφέρει Λάιζαρ. Πρέπει…», ψιθύρισε ο Τέλεμπορ αδύναμα.
  Δίπλα του ήταν ο Λάιζαρ ο οποίος είχε, επίσης, τις αισθήσεις του, αλλά δεν είχε κανένας τους την δύναμη να κουνηθεί. Έτσι έμεναν ξαπλωμένοι στο έδαφος να βλέπουν την μάχη.
«Όχι. Άμα κάνουμε αυτό που νομίζω ότι υπονοείς, θα είναι χαμένος ο αγώνας του», είπε ο Λάιζαρ και έφτυσε το γρασίδι που μπήκε στο στόμα του όταν μίλησε.
«Δεν μπορεί μόνος του Λάιζαρ. Η Ελάινα είναι εκτός μάχης. Δεν μπορεί μόνος του. Ένας φρουρός δεν μπορεί μόνος του. Πρέπει», επίμεινε ο Τέλεμπορ και προσπάθησε να γυρίσει στο πλάι του για να κοιτάξει τον φίλο και συνεργάτη του.
  Ο Λάιζαρ έκανε έναν μορφασμό πόνου και εκνευρισμού.
«Εντάξει. Μαζί», είπε τελικά και με όση δύναμη είχε σηκώθηκε.
«Μαζί», είπε ο Τέλεμπορ και σηκώθηκε και αυτός.
«Τζέιμς Γκέραλντφερν!», φώναξαν μαζί και η μάχη σταμάτησε.
  Ο Τζέιμς γύρισε απότομα προς το μέρος τους και  ο Κεράνιο κοιτούσε με μάτια ορθάνοιχτα από πίσω του.
«Εκλεκτέ της ζωής,
Εκλεκτέ του κόσμου,
Τη δύναμη αυτή σου δίνουμε,
Δική σου θα γενεί.
Τηλεμεταφορά και η φωτιά,
Οι δυο σου νέοι φίλοι,
Είθε να σε οδηγήσουν στην ζωή,
Την μοίρα, την πυγμή», είπαν ομόφωνα και σήκωσαν τα χέρια τους ψηλά προς τον ουρανό. «Αποδέχεσαι την δύναμη και το καθήκον που σου αποδίδουμε?».
«Το δέχομαι», απάντησε ο Τζέιμς και ένα φως τον περιέλουσε.
  Δεν ήξερε που άρχιζε το φως και που τελείωνε και μετά από λίγο απλά παραδόθηκε σε αυτό. Η λάμψη των γέμισε και μπορούσε να την νιώσει να καίει μέσα του. Όταν άνοιξε τα μάτια του το σπαθί του είχε πέσει από τα χέρια και οι παλάμες του είχαν αρπάξει φωτιά. Μόνο που δεν τον έκαψε. Η φωτιά ήταν εκείνος. Γύρισε προς τον Κέιμπρο. Το πρόσωπο του, μια μάσκα τρόμου.
«Ας παίξουμε λοιπόν», είπε ο Τζέιμς και χαμογέλασε μοχθηρά και πλησίασε τον άντρα.
  Ο Κεράνιος τρομοκρατημένος όρμησε στον Τζέιμς ουρλιάζοντας. Τα χέρια του σηκώθηκαν ψηλά και σπίθες πετάχτηκαν από τα δάχτυλα του. Κεραυνοί έφυγαν από τις παλάμες του και εκτοξεύτηκαν προς το μέρος του αγοριού.
  Ο Τζέιμς ένιωσε μέσα του και τράβηξε ενέργεια από το φως μέσα του. Έκλεισε τα μάτια του και όταν τα άνοιξαν βρέθηκε αντιμέτωπος με τα μαύρα φτερά του Κεράνιου, ο οποίος κοιτούσε γύρω του για τον βρει. Τάισε στην φωτιά στα χέρια του όλο τον θυμό και την αγωνία του και η φλόγα μεγάλωσε. Ο Κέιμπρο τότε γύρισε απότομα πίσω και κοίταξε τον Τζέιμς στα μάτια. Το μάτια του ήταν ορθάνοιχτα και τρομοκρατημένα.
«Συγγνώμη, αλλά δεν λυπάμαι», είπε ο Τζέιμς και έστειλε την φωτιά στον Κεράνιο.
  Ο άντρα πήρε φωτιά και άρχισε να τρέχει παντού ουρλιάζοντας. Η μυρωδιά της καμένης σάρκας γέμισε τον αέρα και οι φωνές του Κέιμπρο ήταν εκκωφαντικές στα αυτιά του αγοριού.
  Ο Τζέιμς τηλεμεταφέρθηκε και σήκωσε το σπαθί του από το έδαφος. Ύστερα εμφανίστηκε μπροστά στον Κεράνιο. Εκείνος σταμάτησε και κλείδωσε το βλέμμα του με του Τζέιμς. Οι φωνές του σταμάτησαν αν και φαινόταν πως ακόμα ούρλιαζε. Η φωτιά είχε κάψει τις φωνητικές του χορδές.
«Μπορεί να είμαι εγώ αυτό που θα σε σκοτώσει… αλλά δεν είμαι άκαρδος. Δεν θα σε βασανίσω», είπε ο Τζέιμς και η μπλε λεπίδα διαπέρασε την κοιλιά του Κέιμπρο.
  Ο Κεράνιος έπεσε στα γόνατα, τα χέρια του έπιασαν ενστικτωδώς την λεπίδα στο στομάχι του. Η φωτιά που τον έκαιγε έσβησε και η ζωή από τα μάτια του άντρα χάθηκε.
  Ο Τζέιμς τράβηξε το σπαθί του και κοίταξε τον πρώην φορέα καθώς τα μαύρα χαρακτηριστικά του μετατρέπονταν πάλι σε λευκά. Ύστερα, απλά έγινε στάχτη που την πήρε ο αέρας.
  Όταν άρχισε να νιώθει πάλι τι γίνεται γύρω του έτρεξε στο πλευρό της Ελάινας και γύρισε το σώμα της ανάσκελα. Δάκρυα γέμισαν τα μάτια καθώς την κρατούσε στα χέρια του και έθαψε το πρόσωπο του στον λαιμό της.
«Είναι ζωντανή», είπε μια αντρική φωνή και ο Τζέιμς σήκωσε το κεφάλι του για να κοιτάξει τον Λάιζαρ στα μάτια.
«Με λίγη ξεκούραση θα είναι καλά», είπε ο Τέλεμπορ και πλησίασε και αυτός.
  Τα στήθη τους ήταν μαύρα εκεί που τους είχε κάψει ο κεραυνός και τα μαλλιά του ήταν ανακατεμένα και κολλημένα μεταξύ τους από ιδρώτα αλλά κατά τα άλλα έδειχναν να είναι εντάξει.
«Έχουμε πιο επείγουσα πράγματα να συζητήσουμε όμως», είπε ο Λάιζαρ και πήρε στα χέρια του την Ελάινα. «Έλα μαζί μας στην σοφίτα. Είναι πολλά για τα οποία πρέπει να μιλήσουμε».

Δεν υπάρχουν σχόλια: