Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Σκοτεινές ψυχές Κεφάλαιο 2



Κεφάλαιο 2
  Ο εκκωφαντικός ήχος του ξυπνητηριού μου γέμισε τα αυτιά μου και πετάχτηκα όρθια. Αυτά τα τραγουδάκια σε ξυπνάνε αμέσως. Ξέρετε αυτά που αρχίζουν απότομα και δυνατά. Τι τέλειος τρόπος για να ξυπνάς!
  Μουγκρίζοντας σηκώθηκα από το κρεβάτι και έκανα την συνηθισμένη μου ρουτίνα. Διστακτικά κοίταξα στον καθρέπτη, ελπίζοντας πως ονειρευόμουν τα γκρι μου πια μάτια. Και… ήταν ακόμα γκρι. Τουλάχιστον δεν είχαν γίνει κάποιο άλλο περίεργο χρώμα!
  Πήρα την τσάντα μου και κατευθύνθηκα προς την σκάλα. Λίγο πρωινό θα ήταν ότι πρέπει. Αν και η μητέρα μου πάντα τρώει αυγά και μυρίζει όλη η κουζίνα. Γιακ! Ο… όχι. Η Αλεξάνδρα θα δει τα μάτια μου!, σκέφτηκα και έτρεξα πάλι στο δωμάτιο μου. Άνοιξα ένα από τα συρτάρια του γραφείου μου και έβγαλα ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιά τα οποία και φόρεσα.
  Διστακτικά και σφιγμένη μπήκα στην κουζίνα και κάθισα στο τραπέζι απέναντι από την μητέρα μου, αφού πήρα ένα μπολ με δημητριακά και κανέλα. Διάβαζε εφημερίδα και ήλπιζα να μην προσέξει τα γυαλιά μου, αλλά γεννήθηκα σε άτυχη μέρα.
«Καλημέρα Χρύσα, θα είσαι εδώ το μεσημέρι για φαγητό; Θα φτιάξω κοτόπουλο με πατάτες βραστές και… γιατί φοράς γυαλιά;», είπε και ύστερα ρώτησε απότομα όταν σήκωσε το βλέμμα της από τα νέα της εφημερίδας.
«Ε… έχει ήλιο», είπα με ψηλή φωνή παρά την θέληση μου.
«Μέσα στο σπίτι;», ρώτησε η Αλεξάνδρα και ανασήκωσε ένα φρύδι.
«Ε, με ξέρεις τώρα… θέλω να είμαι εντελώς έτοιμη για όταν φύγω», είπα ήρεμα να και μέσα μου πανικοβαλλόμουν.
«Μάλιστα», αποκρίθηκε παρατείνοντας το τονισμένο α της λέξης. Δεν είναι καλό σημάδι αυτό. Όμως σημαίνει ότι θα το παραβλέψει για τώρα. «Απλά μην ψωνιστείς πολύ παιδί μου. Αυτό είναι όλο»
  Τα μάτια μου άνοιξαν ορθάνοιχτα και την κοίταξα θιγμένη. Τα μάτια της κοιτούσαν το κείμενο μπροστά της αλλά ένα μικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο της. Και πάω στοίχημα ότι δεν είναι εξαιτίας κάποιου τραγικού ατυχήματος ή της κρίσης. Η παρατηρητικότητα κυλάει στην οικογένεια. Τα μάτια μας, άσχετο με το που συγκεντρώνονται, βλέπουν παντού. Έχει αποδειχθεί μεγάλο πλεονέκτημα αυτό, περισσότερες φορές από όσες θα ήθελα.
***
«Και τελειώσαμε για σήμερα. Ξέρετε όλοι τι έχετε να μελετήσετε για την επομένη φορά. Καλησπέρα σας», είπε ο καθηγητής μηχανικής και αποχώρισε από την αίθουσα.
  Όπως όλοι οι φοιτητές μάζεψα τα τετράδια μου και αφού πέρασα το λουρί της τσάντας μου από τον ώμο ξεκίνησα για την πόρτα. Στην βιασύνη μου έπεσα πάνω σε κάποιον και εκείνος έχοντας τα βιβλία στο χέρι, του έπεσαν στο πάτωμα. Έσκυψα για να τον βοηθήσω να τα μαζέψει και ύστερα κοίταξα να δω ποιος είναι.
  Τα μάτια του ήταν ένα απαλό γκρι. Βαθιά μέσα τους πιτσιλιές μοβ τα φώτιζαν και τώρα είχαν κλειδώσει στα δικά μου. Το αγόρι μπροστά μου είχε τετράγωνο πρόσωπο και μαύρα κοντά μαλλιά, επιμελώς ατημέλητα.
«Γεια, ε… ευχαριστώ», είπε και σηκωθήκαμε όρθιοι. Η φωνή του ήταν βαθιά και πλούσια. Του έδωσα ένα βιβλίο που είχα μαζέψει και ανασήκωσα του ώμους.
«Εξαιτίας μου τα έριξες ούτως ή άλλως. Έπρεπε να σε βοηθήσω», είπα αδιάφορα, το βλέμμα μου ακόμα στο δικό του.
  Κάτι στα μάτια του, στον αέρα που τον περιτριγύριζε μου έλεγε πως δεν είναι συνηθισμένος αλλά απλά δεν μπορώ να ξέρω.
«Μπορούσες απλά να είχες φύγει», επίμεινε. Το ύφος του ήταν συνοφρυωμένο και με κοιτούσε με περιέργεια. Σαν να με μελετούσε.
«Μπορούσα», απάντησα ξερά και του γύρισα την πλάτη.
  Βγήκα από την αίθουσα και ο άντρας, του οποίου ούτε που ήξερα το όνομα, δεν με ακολούθησε. Έβγαλα τα γυαλιά ηλίου μου από το σακίδιο μου και τα έβαλα για να κρύψω τα γκρι μου, πια, μάτια. Όσο απομακρυνόμουν, τόσο είχα την αίσθηση ότι κάτι μοιραζόμουν μαζί του. Οι μοβ πιτσιλιές στα μάτια του μου θύμιζαν αυτές του φωτός στο όνειρο μου. Πάντα όμως η φαντασία μου οργίαζε. Ίσως, όμως, όχι αυτή την φορά.

***
  Περπατούσα την συνηθισμένη μου διαδρομή για το σπίτι όταν άκουσα τα βήματα κάποιου πίσω μου.
«Αν είσαι εκείνος ο μεθυσμένος άντρας από την περασμένη νύχτα, λυπάμαι, αλλά θα πάθεις τα ίδια άμα με κυνηγήσεις», φώναξα πίσω από τον ώμο μου. Είχα την συνήθεια να ακούω διάφορα όταν ήμουν μόνη και στο σκοτάδι, οπότε αποφάσισα να μπλοφάρω. Κάτι με έκανε να αμφιβάλω.
«Δεν νομίζω», είπε μια βαθιά φωνή μερικά μέτρα πίσω μου.
  Γύρισα απότομα πίσω και το αγόρι από την τάξη μου βγήκε από τις σκιές και στάθηκε κάτω από το θαμπό φως μιας λάμπας του δρόμου. Οι μοβ πιτσιλιές των ματιών του λαμποκοπούσαν σκοτάδι.
«Γεια… ε, πως και από εδώ;», ρώτησα παραξενεμένη και περίεργα τρομοκρατημένη.
«Αλήθεια; Νομίζω πως ξέρεις! Και ας μην προσποιηθούμε ότι γνωριζόμαστε», είπε και πλησίασε.
«Δεν ξέρω για πιο πράγμα μιλάς», είπα αθώα και γέλασα αμήχανα.
«Γκρι μάτια με κόκκινες γραμμές;», αποκρίθηκε και ανασήκωσε ένα φρύδι. «Κόκκινες γραμμές; Πότε ξεπετάχτηκαν αυτές. Εγώ είχα μείνει στο “κρυμμένες στο βάθος”!», απάντησα και τρομοκρατημένη έβγαλα το κινητό από την τσέπη του τζιν μου και προσπάθησα να διακρίνω την αλλαγή στα μάτια μου. Μπορώ να πω ότι το αγόρι έλεγε την αλήθεια.
«Χάχα, είσαι καινούργια σε αυτό έτσι;». Το γέλιο του ήταν όμορφο, δυνατό και αντιλαλούσε στους απομονωμένους δρόμους Χαλανδρίου.
«Ε, υποθέτω», απάντησα έξυσα σκεφτική το κεφάλι μου.
«Ποιο ζώο σε αντιπροσωπεύει;», με ρώτησε σαν να ήταν κάτι απλό και κατανοητό.
«Αντιπροσωπεύει;», ρώτησα αμήχανα.
«Υποτίθεται ότι υπάρχει ένα ζώο που εκπροσωπεύει τον… καθένα μας», είπε διστακτικά και με κοίταξε ανυπόμονα.
«Αν εννοείς το ζώο που σε οδηγεί στα όνειρα σου τότε… ο γκρίζος λύκος», απάντησα και ανασήκωσα τους ώμους μου.
  Μια σκέψη πέρασε, ξαφνικά, από το μυαλό μου.
«Το μοβ φως! Πως δεν το κατάλαβα πιο νωρίς. Η κουκουβάγια. Το ζώο σου είναι η κουκουβάγια», είπα με μάτια ορθάνοιχτα και δείχνοντας προς το μέρος του.
«Ναι… εγώ χτες είδα το δικό σου φως στο όνειρο μου», αποκρίθηκε αμήχανα.
«Τι ακριβώς σημαίνει αυτό;», τον ρώτησα και πλησίασα για να τον κοιτάω καλύτερα στα μάτια.
«Δεν… δεν ξέρω», απάντησε διστακτικά.
«Τότε αν δεν σε πειράζει, θα φύγω. Δεν σε ξέρω ε… καθόλου! Και είμαι είδη αρκετά μπερδεμένη. Οπότε…», είπα και τον κοίταξα παροτρύνοντας τον να τελειώσει την πρόταση μου.
«Ε… φυσικά», είπε.
  Έκανα μερικές άχαρες κινήσεις και τον χαιρέτησα.
«Τα λέμε αύριο!», φώναξε πίσω από την πλάτη μου και γέλασε.

***
«Λοιπόν… θα μου πεις γιατί φοράς γυαλιά ενώ έχουμε συννεφιά;», είπε η Ελίνα και ανασήκωσε τα φρύδια της.
«Εμ… όχι», είπα και έκανα μια άχαρη κίνηση με το χέρι μου.
«Τότε δεν θέλω να ξέρω», αποκρίθηκε και ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της.
  Η καφετέρια στην οποία καθόμασταν ήταν σχετικά ήσυχη και ο μόνος θόρυβος στον αέρα ήταν εκείνος μικρών παιδιών που έπαιζαν τριγύρω.
«Τι κάνει η παρέα σου; Θα πάτε σε κανένα άλλο καταστροφικό ταξίδι σύντομα;», είπα για να την πειράξω και γέλασα κοφτά.
«Έ! Το ταξίδι στην Ελβετία δεν ήταν και τόσο άσχημο!», παραπονέθηκε και μου έβγαλε την γλώσσα.
«Πολύ ώριμο εκ μέρους σου. Και τι εννοείς; Δεν ήταν κακό το ότι βρεθήκατε στην μέση της εξέγερσης, το ότι ο Μάρκος έσπασε το πόδι του και ότι μαχαίρωσαν τον Αλέξανδρο στον ώμο;», της είπα με μάτια ορθάνοιχτα και τα χέρια μου μπροστά να την παρακαλούν να γίνει λογική.
«Ε… μάλλον;», είπε αθώα και ο γκρίζος ουρανός έγινε ξαφνικά ενδιαφέρον.
«Αχά! Έτσι πίστευα και εγώ», αποκρίθηκα, ευχαριστημένη με τον εαυτό μου και ρούφηξα λίγο από το ρόφημα μου. «Λατρεύω την καραμέλα».

***
Ονειρεύομαι…
  Αυτή την φορά τα κόκκινα μάτια του λύκου με συνάντησαν χωρίς αναμονή. Ήταν καθιστός μπροστά από μια πύλη με πράσινη λάμψη.
«Τι συμβολίζει το πράσινο;», ρώτησα κοιτώντας έντονα το εκτυφλωτικό φως.
  Ο λύκος έγειρε το κεφάλι του στο πλάι σαν να με μελετούσε. Μα δεν μίλησε. Όχι, ότι περίμενα να μιλήσει!
«Οκ!», είπα και ανασήκωσα τους ώμους μου.
  Διέσχισα την πύλη και αφέθηκα στην ζεστασιά της πράσινης λάμψης. Σκηνές μάχης πέρασαν μπροστά από τα μάτια μου ωσότου τελικά έχασα τις αισθήσεις μου και έπεσα υπό την επιρροή βαθύ ύπνου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: