Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

The Fault of Destiny - A Short Story




The Fault of Destiny από Ευαγγελία Γλέζου
28 Νοεμβρίου 2011, ώρα 13:53 μμ
 Ήταν ένα κρύο μεσημέρι και τα άκρα μου είχαν παγώσει καθώς περπατούσα στον έρημο δρόμο. Έβαλα τα χέρια στις τσέπες του πανωφοριού μου αναζητώντας λίγη θερμότητα και ψηλάφισα το ipod μου. Το τραγούδι που άκουγα δεν με ενθουσίαζε και αποφάσισα να το αλλάξω. Η μελωδία του “Powers Out” της Nicol Scherzinger και του Sting ήχησε στα αυτιά μου και αμέσως το μυαλό μου διαμόρφωσε μια παράσταση. Εγώ να τραγουδάω και ένας άντρας χόρευε γύρω μου. Έκανε φωνητικά μαζί μου και κάποια στιγμή με άρπαξε και αρχίσαμε να χορεύουμε μαζί. Το χαμόγελο του ζέστανε αμέσως την καρδιά μου και χάθηκα στα καστανά του μάτια. Ήταν πολύ όμορφος. Το πρόσωπο του γλυκό και είχε κοντοκουρεμένα μαλλιά. Οι κόκκινες μπούκλες του ήταν μαλακές στα χέρια μου και το μούσι του με γαργαλούσε ελαφρά κάθε φορά που ακουμπούσε το μάγουλο μου.
  Το τραγούδι τελείωσε και εγώ ακόμα μαγεμένη από την πολύ ζωντανή εικόνα, που ακόμα τριγυρνούσε στο κεφάλι μου σε μορφή φωτογραφίας, περπάτησα στο φροντιστήριο μου σε ένα είδος έκστασης.
12 Ιουλίου 2015, ώρα 7:00 μμ
  Η ατμόσφαιρα ήταν θορυβώδης από τα μουρμουρητά του κόσμου στα γύρω τραπέζια. Εγώ, η Αναστασία και η Καλή καθόμασταν ήσυχα στο τραπέζι μας και περιμέναμε την Μαρία, η τέταρτη της παρέας, η οποία θα ερχόταν να μας συναντήσει με έναν φίλο της που εντόπισε να κάνει και εκείνος διακοπές στο όμορφο νησί της Πάρου.
  Η Νάουσα αν και ήταν Ιούλιος δεν είχε όσο κόσμο θα είχε πριν μερικά χρόνια. Τα αλλά μαγαζιά όμως εξακολουθούσαν να σφύζουν από ζωή.
«Έχει αργήσει! Πάλι!», είπε η Αναστασία το στρογγυλό της πρόσωπο συνοφρυωμένο.
  Η Αναστασία ήταν η ψιλή της παρέας. Τα καστανά της μαλλιά ήταν πλούσια και μπούκλες στόλιζαν το κεφάλι της. Τα σκούρα μάτια της, σχεδόν μαύρα γυάλιζαν τώρα στο φως του καλοκαιρινού ήλιου.
«Ω, έλα τώρα μην θυμώνεις. Εγώ το έχω κιόλας συνηθίσει. Πιες τον καφέ σου και θα περάσει η ώρα», είπε η διπλανή της.
  Η Καλή, το βαφτιστικό της Καλλιόπη, ήταν η… καλή της παρέας. Ναι, βλέπω την ειρωνεία σε αυτό. Μέτρια στο ύψος αλλά με ίσιο ανάστημα θα έλεγα ίσως ότι είναι και η πιο όμορφη από όλες μας. Αλλά δεν της αρέσει να της το λέμε. Είχε καστανόξανθα μαλλιά, φυσικά ίσια, μακριά ως την μέση της. Σαν χαρακτήρας ήταν ενθουσιώδης. Μέχρι και τώρα που φαινόταν ήρεμη τα πράσινα μάτια της ήταν γεμάτα ενέργεια.
«Δεν ανησυχώ. Άστη να αργήσει άμα θέλει», είπα αδιάφορη γιατί δεν ανυπομονούσα να γνωρίσω τον Μιχάλη, τον φίλο της.
«Κάτι μου λέει ότι δεν βιάζεσαι διότι δεν θες να γνωρίσεις τον φίλο της», είπε η Αναστασία κάνοντας το υπονοούμενο της υπερβολικά προφανές.
«Ευχαριστώ, αλλά είμαι απόλυτα ικανή να βρω γκόμενο και μόνη μου», απάντησα.
«Ελίνα! Σε παρακαλώ, μην την πετάς έτσι την λέξη. Είναι αγενές», είπε η Καλή, αλλά ήταν προφανές ότι απολάμβανε το ντρόπιασμα μου. Και ναι, το όνομα μου είναι Ελίνα. Να και κάτι που ξέχασα να αναφέρω.
12 Ιουλίου 2015, ώρα 7:45 μμ
«Και ναι! Το Νοέμβρη θα βγει και η τελευταία ταινία η οποία είμαι σίγουρη πως θα είναι καταπληκτική, όπως και άλλες πριν από αυτή», είπε η Καλή σφύζοντας από ενθουσιασμό.
«Καλή και εμένα μου αρέσουν τα βιβλία και οι ταινίες του The Hunger Games αλλά δεν τσιρίζω δα και στην μέση της καφετέριας», είπα και έβαλα τα γέλια όταν η Καλή κοίταξε γύρω της. Όλα τα μάτια ήταν στραμμένα πάνω της. Ντροπιασμένη πήρε τον καφέ της και ήπιε μερικές γουλιές, τα μάτια της στο έδαφος, ενώ τα μάγουλα της είχαν ελαφρός κοκκινίσει.
«Κορίτσια! Ήρθα!», φώναξε η Μαρία από την άλλη άκρη της καφετέριας κουνώντας τα χέρια της πέρα δώθε. Λες και οι φωνές τις δεν ήταν αρκετές για να την βρούμε!
  Δίπλα της ήταν ένας άντρας, ψηλός και αδύνατος με ίσιο ανάστημα. Όσο πλησίαζαν δεν μπορούσα παρά να έχω μια αίσθηση déjà vu. Ο άντρας είχε κόκκινα σγουρά μαλλιά και καστανά μάτια. Φορούσε ένα γαλάζιο πουκάμισο, λευκό παντελόνι, του οποίου τα μπατζάκια ήταν γυρισμένα έως πάνω από τους αστραγάλους και μαύρα Vans Eras παπούτσια. Ήταν αξύριστος και ένα κοντό κόκκινο μούσι στόλιζε το πρόσωπο του. Φαινόταν να είναι στην ηλικία μου ή ίσως και λίγο μεγαλύτερος. Ήταν… ωραίος. Η Καλή και η Αναστασία κοιτούσαν με το στόμα ανοιχτό.
«Κορίτσια αυτός είναι ο Μιχάλης. Κανόνισα να βγούμε μαζί του και με τους φίλους του το βράδυ, αλλά είπα να σας τον γνωρίσω από τώρα», είπε η Μαρία όλο χαρά δείχνοντας τον άντρα δίπλα της και παίρνοντας δυο καρέκλες κάθισαν μαζί μας.
  Λοιπόν η Μαρία τώρα. Είχε κοντά, ξανθά μαλλιά. Ήταν πιθανώς η πιο κοντή της παρέας. Τα γκρίζα αμυγδαλωτά της μάτια της ήταν σε τέλεια αρμονία με το τριγωνικό της πρόσωπο. Φορούσε ένα πράσινο αμάνικο φόρεμα μακρύ έως τα γόνατα της. 
  Μας σύστησε μια την φορά και τελευταία εμένα. Ο Μιχάλης όπως έκανε και με τις φίλες μου, μου πρόσφερε το χέρι του και εγώ το πήρα και το κούνησα όπως είναι το φυσιολογικό. Τα μελί μου μάτια συνάντησαν τα δικά του όταν βολευτήκαμε στις θέσεις μας και μια εικόνα εμφανίστηκε ξαφνικά στο μυαλό μου. Εγώ μαζί του να χορεύω στους γλυκούς ήχους της φωνής της Nicol Scherzinger. Ήταν ο άντρας που είχα φανταστεί πριν περίπου τέσσερα χρόνια, δεν τον είχα ξεχάσει από τότε. Όταν η εικόνα ξεθώριασε και επανήλθα στην πραγματικότητα ο Μιχάλης με κοιτούσε με μάτια ορθάνοικτα. Για μια στιγμή πέρασε από το μυαλό μου η ιδέα ότι μπορεί να με είχε δει και αυτός, αλλά την απέρριψα και αποφάσισα να πω κάτι. Τα κορίτσια μας κοιτούσαν περιμένοντας με αθώα χαμόγελα στα πρόσωπα τους.
«Λοιπόν… είσαι και εσύ στο πανεπιστήμιο ή τελείωσες σχολείο φέτος σαν την Καλή και την Αναστασία?», ρώτησα τυπικά προσπαθώντας να φανώ φιλική.
«Ε, θα αρχίσω τον Σεπτέμβρη τον τρίτο μου χρόνο», είπε αυτός σε παρόμοιο τόνο με τον δικό μου.
«Α! Εγώ θα μπω στον δεύτερο μου χρόνο, σαν την Μαρία», είπα και κοίταξα την Καλή που καθόταν απέναντι μου με ένα ύφος που έλεγε ξεκάθαρα Σώσε με.
«Και τι σπουδάζεις Μιχάλη?», ρώτησε εκείνη και ανασήκωσε τους ώμους σαν μου λέει ότι μόνο αυτό σκέφτηκε.
«Δράμα σε μια σχολή στην Αθήνα. Εσύ που πέρασες?», την ρώτησε με αληθινό ενδιαφέρον, πράγμα που με εξέπληξε.
«Φιλολογία στο Καποδιστριακό πανεπιστήμιο. Αν και θα πάω να σπουδάσω στην Αυστραλία λογοτεχνία», απάντησε και σχεδόν τσίριξε το Αυστραλία. Λατρεύει την χώρα και πάντα ήθελε να πάει οπότε το ότι δεν ούρλιαξε πρέπει να είναι κατόρθωμα.
«Μια χαρά. Εγώ σκεπτόμουν να πάω για μεταπτυχιακό στην Αγγλία», είπε και γύρισε προς το μέρος μου. «Εσύ τι σπουδάζεις?». Τα καστανά του μάτια ακτινοβολούσαν ένταση και ένιωσα σαν να λιώνω από τον τρόπο που με κοιτούσαν.
«Ε… Αρχιτεκτονική στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο», είπα γρήγορα. Μιλάω πάντα γρήγορα όταν νιώθω πιεσμένη ή αγχωμένη. Είχα την εντύπωση ότι δεν κατάλαβε τι είπα και πήγα να το επαναλάβω όταν κούνησε το κεφάλι του καταφατικά.
«Άρα ξέρεις από σχέδιο. Θα μπορούσες να ζωγραφίσεις εμένα?», ρώτησε, τα μάτια του να με καίνε. Ήμουν έτοιμη να του πω ότι όχι μόνο τον είχα είδη ζωγραφίσει στο παρελθόν αλλά και ότι πάντα θα μπορούσα να τον ζωγραφίζω. Κατέληξα να πω κάτι αρκετά πιο απλό και φυσιολογικό.
«Ναι, φυσικά», απάντησα με ουδέτερο τόνο.

12 Ιουλίου 2015, ώρα 9:23 μμ
  Το δωμάτιο στο ξενοδοχείο που μέναμε, Αλέξανδρος Apartments, ήταν ήσυχο καθώς εγώ και τα κορίτσια ετοιμαζόμασταν για την βραδινή μας έξοδο. Φορούσα ένα λευκό σορτσάκι και μια κρεμ φαρδιά μπλούζα. Πήγα στο καθρέπτη του μπάνιου και ψέκασα κολόνια στον λευκό λαιμό μου.
 Πιστεύω πως ήρθε η ώρα να περιγράψω και τον εαυτό μου. Είμαι λίγο ψηλότερη από ότι θα αποκαλούσατε φυσιολογικό και είμαι σχετικά αδύνατη. Έχω μελί αμυγδαλωτά μάτια και οβάλ πρόσωπο. Τα μαλλιά μια σκούρα απόχρωση του ξανθού, μακριά έως την μέση μου και είναι ελαφρώς σπαστά στις άκρες. Το δέρμα μου είναι λευκό σαν του βρικόλακα και δεν μαυρίζω το καλοκαίρι.
  Κοίταξα λίγο ακόμα τον εαυτό μου στον καθρέπτη και επέστρεψα στο κεντρικό δωμάτιο του διαμερίσματος που λειτουργούσε σαν σαλόνι και κουζίνα μαζί. Τα κορίτσια καθόντουσαν στον καναπέ και έβλεπαν κάτι όλες μαζί στην μικροσκοπική μας τηλεόραση.
  Η Καλή φορούσε μια στράπλες πράσινη μπλούζα και τζιν σορτσάκι, η Αναστασία ένα τιραντέ μαύρο κοντό φόρεμα, η Μαρία ένα φόρεμα σε ελαφρύ ροζ χρώμα σε περίπου ίδιο μήκος με το απογευματινό της.
«Έλα Ελίνα, βλέπουμε MADE», είπε η Καλή που με πήρε είδηση πρώτη και μου έγνεψε στην άδεια θέση δίπλα της.
«Το επεισόδιο είναι για μια κοπέλα που θέλει να την μετατρέψουν σε τραγουδίστρια», είπε απορροφημένη η Μαρία από το σόου.
«Έχω δει μπόλικα τέτοια, αλλά οκ», είπα και βολεύτηκα στον καναπέ.
12 Ιουλίου 2015, ώρα 10:00 μμ         
  Η μουσική του κλαμπ ήταν εκκωφαντική στα αφτιά μου. Παρ’ όλα αυτά μετά από χρόνια τραβήγματος σε κλαμπ από την Μαρία είχα μάθει να διαβάζω τα χείλη των άλλων. Έτσι επικοινωνούσαμε. Ποτέ δεν μου άρεσε ιδιαίτερα το ποτό για αυτό παίρνω πάντα virgin ποτά. Τώρα έπινα ένα virgin Mojito. Η Αναστασία έπινε ουίσκι και η Μαρία με την Καλή έπιναν cocktail. Μιλούσαμε χαλαρά απλώς περνώντας ωραία μέχρι που ήρθαν ο Μιχάλης και άλλοι δύο άντρες, που φαντάζομαι είναι φίλοι του.
«Γεια σας κορίτσια», φώναξε ο Μιχάλης και μας σύστησε στους δύο φίλους του. Αντώνης και Μάρκος. Πρέπει να ήταν αδέλφια, ήταν και οι δύο ψηλοί με τετράγωνα πρόσωπα, γκρι μάτια και μελαχρινά μαλλιά. Δεν ήταν όμως δίδυμοι. Ο Αντώνης έμοιαζε μεγαλύτερος και το πρόσωπο του Μάρκου ήταν πιο γλυκό.
  Κάθισαν μαζί μας στο τραπέζι και αρχίσαμε την συζήτηση. Ο Αντώνης είναι στην ηλικία του Μιχάλη και ο Μάρκος μόλις είχε τελείωσε το σχολείο. Αποδείχτηκε ότι η Καλή και Αναστασία ήξεραν τον Μάρκο. Είχαν γνωριστεί ένα καλοκαίρι πριν μερικά χρόνια. Δεν λένε ότι ο κόσμος είναι μικρός? Ε, έχουν δίκιο, όπως έχω διαπιστώσει πολλές φορές στο παρελθόν.
  Όταν τελειώσαμε τα ποτά μας σηκωθήκαμε για να χορέψουμε. Τα αγόρια χόρευαν ανάμεσα μας. Δεν ήμασταν σε ζευγάρια. Ο καθένας μας ήταν κοντά σε κάποιον αλλά γενικά απλά κουνιόμασταν και τραγουδάγαμε. Όλη την ώρα ο Μιχάλης ήταν κοντά μου και ο Αντώνης μου έριχνε περίεργα βλέμματα. Πράγμα που δεν ήταν ακριβώς ευχάριστο από κάποιον που δείχνει σαν να μπορούσε να δώσει μπουνιά στον τοίχο και να τον σπάσει. Ο Μιχάλης προσπάθησε να μου πει κάτι αλλά δεν τον άκουσα ούτε πρόσεξα τα χείλη του. Όλη η νύχτα κάπως έτσι πήγε.
13 Ιουλίου 2015, ώρα 03:43 πμ                 
Ονειρευόμουν.
  Ήμουν στην Αγία Ειρήνη, μια παραλία της Πάρου. Είχαμε πάει με τα κορίτσια μόνο μια φορά στην διαμονή μας στο νησί αλλά την θυμόμουν έως την τελευταία λεπτομέρεια. Κάτι ήταν διαφορετικό όμως με αυτό το όνειρο. Ένιωθε αληθινό. Και κάποιος ήταν μαζί μου. Ένιωθα την παρουσία του. Στην άλλη άκρη της καστανής αμμουδιάς ήταν κάποιος. Ήταν νύχτα και η παραλία ήταν άδεια. Όμως αυτός ήταν εκεί.
  Κάτι με τραβούσε προς τον άγνωστο άντρα. Το περπάτημα μου μετατράπηκε σε τρέξιμο. Ο άντρας έτρεχε προς εμένα. Στο σκοτάδι δεν είδα ποιος ήταν αλλά όταν τον έφτασα με πήρε στην αγκαλιά του και με έκανε σβούρες στον αέρα κρατώντας με από την μέση.  Στο σεληνόφως φωτίστηκε το κεφάλι του και είδα κόκκινα μαλλιά. Ήξερα ότι ήταν αυτός.
«Είσαι αλήθεια εδώ?», ψιθύρισα στο αφτί του. Ξέρω ήταν χαζή ερώτηση αλλά ρώτησα ούτως ή άλλως.
«Είσαι εσύ?», με ρώτησε απλά και χαμογελώντας μου, έσκυψε και τα ζεστά του χείλη βρήκαν τα δικά μου.


14 Ιουλίου 2015, ώρα 12:30 μμ
  Ήταν μεσημέρι και με τα κορίτσια ήμασταν στην Αγία Ειρήνη. Η Μαρία και εγώ παίζαμε με ρακέτες και ένα μπαλάκι του τένις και η Αναστασία με την Καλή ήταν ξαπλωμένες σε ξαπλώστρες κάτω από μια ομπρέλα και μιλούσαν για κάτι πυρετωδώς. Κόσμος γύρω μας έκανε την γνωστή φασαρία του.
  Παίζαμε αρκετή ώρα μέχρι που, ξαφνικά, ένιωσα ότι και στο όνειρο μου δύο νύχτες πριν. Η Μαρία χτύπησε το μπαλάκι και χαμένη στην σκέψη μου δεν το είδα και έφυγε μερικά μέτρα πίσω μου. Έτρεξα να το πιάσω. Είχε πέσει στα πόδια κάποιου και όταν το πήρα και σηκώθηκα όρθια είδα τον Αντώνη. Ο Μάρκος και ο Μιχάλης ήταν από πίσω του σε ξαπλώστρες και έπιναν μπύρα. Οι τρεις τους με κοίταξαν έκπληκτοι και αποφάσισα να γίνω φιλική σήμερα.
«Ωπ! Και εσείς στην Αγία Ειρήνη?», είπα και τους έδωσα το καλύτερο ψεύτικο χαμόγελο μου. Τα δύο αδέλφια πρέπει να το πίστεψαν αλλά ο Μιχάλης δεν έδειχνε και τόσο σίγουρος.
«Ναι. Είναι μικρό το νησί και εξάλλου, Νάουσα μένουμε και εμείς», είπε ο Αντώνης και μου χαμογέλασε. Ήταν λίγο φρικιαστικό.
«Δεν σας είδαμε, αν και από τον τρόπο που η Μαρία κουνάει τα χέρια της λίγο πιο κει δεν είστε και πολύ μακριά από εμάς», είπε ο Μάρκος δείχνοντας την Μαρία που τους χαιρετούσε από μακριά.
«Ναι… πάω να συνεχίσω το παιχνίδι», είπα και τους έδειξα το μπαλάκι. Τα μάτια του Μιχάλη βρήκαν τα δικά μου και κοιτούσαν με απορία. «Άμα θέλετε μπορούμε μετά να πάμε σε καμιά ταβέρνα να φάμε όλοι μαζί», πρότεινα και αφού μου χαμογέλασαν και κούνησαν καταφατικά τα κεφάλια τους έτρεξα πίσω στα κορίτσια.
«Μαντέψτε με ποιους θα φάμε μετά»
14 Ιουλίου 2015, ώρα 02:22 μμ
  Η ταβέρνα Albatros, ήταν γεμάτη τέτοια ώρα αλλά βρήκαμε ένα τραπέζι που να μας χωράει όλους. Ο καθένας μας παρήγγειλε κάτι διαφορετικό. Εγώ πήρα χοιρινή μπριζόλα. Διάλεξα αυτό να φάω συγκεκριμένα επειδή ξέρω ότι μπορώ να φάω κομψά και να το απολαύσω ταυτόχρονα. Τι περιμένατε? Δεν ήθελα να φανώ και σαν γουρούνι στα αγόρια. Εντάξει δεν τρώω και σαν βουβάλι αλλά ήθελα να είμαι σίγουρη.
«Λοιπόν τι κάνατε χθες», ρώτησε η Μαρία, κοινωνική όπως ήταν.
«Τίποτα σπουδαίο. Παραλία σχεδόν όλη μέρα και το βράδυ πήγαμε σε ένα μπαράκι στην Νάουσα. Ο φλεγόμενος Έλληνας. Έχετε πάει?», είπε ο Μάρκος και ήπιε λίγη μπύρα από το ποτήρι του.
«Νομίζω πήγαμε την… πρώτη μας νύχτα εκεί? Καλή?», ρώτησα αν και ήμουν αρκετά σίγουρη ότι είχαμε πάει εκείνο το βράδυ εκεί.
«Χμ? Ναι την πρώτη νύχτα πήγαμε. Δεν ήταν άσχημα», απάντησε η Καλή και τσίμπησε μία ντομάτα από την σαλάτα της.
«Τι λέτε να βγούμε πάλι μαζί το βράδυ? Καλά περάσαμε την άλλη φορά», είπε ο Μιχάλης και τα βλέμματα μας διασταυρώθηκαν.
«Σίγουρα, γιατί όχι?», είπα κοιτώντας τον στα μάτια.
«Κανονίστηκε λοιπόν!», είπε η Αναστασία και χτύπησε το τραπέζι με την παλάμη της.
14 Ιουλίου 2015, ώρα 3:45 μμ  
  Ήμασταν στο αυτοκίνητο, επιστρέφαμε Νάουσα και η ατμόσφαιρα ήταν ήρεμη. Μάλλον θα έφταιγε η ζέστη. Χμ, τώρα που το σκέπτομαι… έφταιγε όντως η ζέστη.
«Λοιπόν, Ελίνα… πως πάει με εσένα και τον Μιχάλη?», ρώτησε η Μαρία διστακτικά.
«Πώς πάει?», ρώτησα εγώ αδιάφορα αν και η αναφορά του ονόματος του με ξύπνησε από την ύπνωση μου.
«Εννοώ, σου αρέσει?», με ρώτησε πιο επίμονα τώρα. Δεν της άρεσε ποτέ να την αγνοούν.
«Καλό παιδί φαίνεται να είναι», είπα τελικά στον ίδιο τόνο με πριν.
«Το καλύτερο! Μ’ ακούς?», είπε φωναχτά και ύστερα τα μάτια της γύρισαν πάλι στον δρόμο. Ναι, οδηγούσε αν το έχετε απορία.
«Λίγο δύσκολο να μην σε ακούσω», είπα και χαμογέλασα. Η Καλή δίπλα μου έπνιξε ένα γέλιο και έβγαλε το κινητό της από την τσάντα της και άρχισε να παίζει παιχνίδια, όταν η Μαρία την κοίταξε θιγμένη από τον καθρέπτη ανάμεσα στην θέση του οδηγού και του συνοδηγού.
14 Ιουλίου 2015, ώρα 10:52 μμ
  Η παραλία μπροστά από το ξενοδοχείο μας είχε συνήθως κύμα αλλά εκείνο το βράδυ ήταν ήρεμη η θάλασσα. Είχαμε κάτσει πριν στην καφετέρια του ξενοδοχείου και τώρα περπατούσαμε σε δύο ομάδες. Εγώ με την Μαρία, τον Μιχάλη και τον Αντώνη και η Καλή, με την Αναστασία και τον Μάρκο λίγο πιο μπροστά από μας. Δεν ξέρω για τι πράγμα μιλούσαν αλλά μάλλον ανακαλούσαν καλές στιγμές από το καλοκαίρι που είχαν περάσει μαζί. Η Καλή μου είπε ότι παλιά ήταν τσιμπημένη με τον Μάρκο και δεν αμφέβαλα πως ήτανε και τώρα.
«Πέρασα το μάθημα με 6,5 και είμαι πολύ περήφανη», είπε η Μαρία. Συζητούσαμε για το πανεπιστήμιο.
«Ναι είμαι σίγουρος πως είσαι», μουρμούρισε ο Αντώνης και βάλαμε όλοι τα γέλια.
  Ο ώμος του Μιχάλη τριβόταν συνέχεια με τον δικό μου και νομίζω πως προσπάθησε να μου πιάσει το χέρι μία ή δύο φορές αλλά κάθε φόρα κάτι έβρισκα να κάνω με το χέρι μου και με άφηνε στην ησυχία μου.
«Μπορεί να είσαι στα όνειρα μου χρόνια τώρα αλλά δεν σημαίνει ότι είμαι και εύκολη», μουρμούρισα σιγανά έτσι ώστε κανείς δεν με άκουσε. Ο Μιχάλης φάνηκε να άκουσε κάτι γιατί έχασε τα βήματα του για λίγο.
«Τι λέτε να κάτσουμε στις ξαπλώστρες. Έχω λάπτοπ πάνω στο δωμάτιο. Μπορώ να το φέρω και να δούμε καμιά ταινία», πρότεινα πρόθυμα.
«Οκ! Θα έρθω μαζί σου», πετάχτηκε ο Αντώνης.
«Ε… εντάξει. Έλα άμα θες», είπα διστακτικά και ξεκίνησα για το διαμέρισμα μας.
  Ήμασταν κοντά στο διαμέρισμα όταν με στρίμωξε ο Αντώνης. Προσπάθησα να τον διώξω αλλά με έσπρωξε σε ένα στενό και με κάρφωσε στον τοίχο με το σώμα του. Τον κλότσησα αλλά με πίεσε πιο δυνατά και κλείδωσε τους καρπούς μου στον τοίχο πάνω από το κεφάλι μου. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά και ένιωθα το αίμα να μου ανεβαίνει στο κεφάλι. Ήμουν θυμωμένη και φοβισμένη ταυτόχρονα. Δοκίμασα να φωνάξω αλλά με φίλησε και κατάφερα να βγάλω μόνο μια πνιχτή κραυγή. Το φιλί του ήταν βίαιο και το στόμα μου πονούσε. Δάγκωσα το κάτω χείλος του με όση δύναμη είχα μέχρι που μάτωσε και ουρλιάζοντας με ξεκόλλησε από πάνω μου. Ακούμπησε τα δάχτυλα του στα χείλη του και όταν είδε το αίμα μου χαμογέλασε μοχθηρά και με έσπρωξε πάλι στο τοίχο. Του έδωσα μια μπουνιά και παραπάτησε. Με κοίταξε και τώρα ήταν όντως θυμωμένος. Έπεσε πάνω μου σαν βολίδα και άρχισε να με ξαναφιλάει. Τον βάραγα αλλά δεν υποχωρούσε. Τέτοια γομάρι που ήταν δεν είχα ελπίδα.
  Τα χέρια του ψηλάφησαν τις τιράντες της μπλούζας μου και τις τράβηξαν κάτω με βία, που απορώ πως δεν τις έσκισε. Έσφιξε με δύναμη το στήθος μου και το ένιωσα να συνθλίβεται στην παλάμη του. Οι πνιχτές μου κραυγές δεν θα με έσωζαν αλλά ούρλιαζα ούτος ή άλλως. Δάκρυα κύλησαν στα μάτια μου και στο πρόσωπο μου. Η πικρή αλμύρα έκανε το φιλί του χειρότερο. Το ελεύθερο του χέρι γλίστρησε μέσα στο σορτσάκι μου σε προσπάθεια να με διεγείρει. Όμως δεν μπορούσα να νιώσω απόλαυση, μόνο πόνο καθώς βίαζε το σώμα μου.
  Ξαφνικά άκουσα μια κραυγή πόνου και ο Αντώνης ξεκόλλησε από πάνω μου και σωριάστηκε στο πάτωμα αναίσθητος. Κάποιος με πήρε στα χέρια του και ανέβασε τις τιράντες της μπλούζας μου καλύπτοντας με από λίγη ντροπή και με σήκωσε στα χέρια του. Τύλιξα τα χέρια μου γύρω από το λαιμό του και μέσα από την θολούρα των δακρύων στα μάτια μου αντίκρισα μόνο καστανά μάτια.
«Είσαι ασφαλής τώρα», ψιθύρισε ο άντρας και έχασα τις αισθήσεις μου στην αγκαλιά του.
15 Ιουλίου 2015, ώρα 11:32 πμ
  Ήμουν στο κρεβάτι μου όταν ξύπνησα. Το φως της μέρας με τύφλωσε και τράβηξα το σεντόνι για να καλύψω τα μάτια μου. Άκουσα μια καρέκλα να κουνιέται και κάποιον να τρέχει έξω από το δωμάτιο. Σε δευτερόλεπτα οι φίλες μου μπήκαν μέσα και με κοίταξαν όλες σοκαρισμένες. Η Καλή ήταν έτοιμη να κλάψει. Πρέπει να έδειχνα χάλια. Και τότε ήταν που τα γεγονότα της χθεσινής νύχτας ξεδιπλώθηκαν στο μυαλό μου. Βύθισα το πρόσωπο μου στα χέρια μου και μούγκρισα από τον πόνο που ένιωσα όταν ακούμπησα τα πρησμένα χείλη μου.
  Ύστερα από λίγα λεπτά ένας αστυνομικός μπήκε στο δωμάτιο και ζήτησε από τις φίλες μου που ήταν ακόμα στην πόρτα να μας αφήσουν λίγο μόνους. Ο άντρας μου ζήτησε να του περιγράψω τι έγινε χτες και βρήκα τον εαυτό μου να του λέει τα πάντα.  Κάθε φρικιαστική λεπτομέρεια. Όταν τελείωσα με ευχαρίστησε για την συνεργασία μου, με βεβαίωσε ότι ο Αντώνης θα τιμωρούταν για τις πράξεις του και έφυγε.
  Η Καλή έτρεξε μέσα και πηδώντας στο κρεβάτι ήρθε κοντά μου και με αγκάλιασε σφιχτά.
«Ελίνα, χαίρομαι τόσο πολύ που δεν κατάφερε το καθίκι να σε… σημασία έχει ότι τον έπιασαν», είπε και με αγκάλιασε πάλι. Για να βρίζει η Καλή έπρεπε να ήταν πολύ θυμωμένη. Και η Καλή δεν είναι ποτέ θυμωμένη.
  Διστακτικά μπήκαν μέσα και οι άλλες και με αγκάλιασαν μία κάθε φορά. Ύστερα η Μαρία πήρε μια χτένα και άρχισε να ξεμπλέκει τα μαλλιά μου. Ήταν χαλαρωτικό. Η ηρεμία με βοηθούσε αλλά τα θλιμμένα πρόσωπα των φίλων μου με πονούσαν. Άκουσα βήματα και ο Μιχάλης εμφανίστηκε στην πόρτα. Φορούσε τα ίδια ρούχα με χτες. Ένα λευκό πουκάμισο, τα μανίκια γυρισμένα ως τους αγκώνες, μια τζιν βερμούδα και τα Vans Eras του. Τα μάτια του ήταν κουρασμένα και οι μπούκλες στο κεφάλι του ανακατεμένες. Τότε παρατήρησα ότι και οι φίλες φορούσαν όλες τα ίδια ρούχα με την περασμένη νύχτα. Εγώ ήμουν, δεν ξέρω πως, ντυμένη στις πυτζάμες μου. Ήρθε και ο Μάρκος στην πόρτα και μου χαμογέλασε αδύναμα. Τα μάτια του ήταν γεμάτα ντροπή. Ανταπέδωσα το χαμόγελο. Μόνο αυτό μπορούσα να κάνω. Η φωνή μου με είχε εγκαταλείψει.
  Αργά βγήκαν όλοι από το δωμάτιο εκτός από τον Μιχάλη. Τα βλέμματα μας συναντήθηκαν. Μπήκε μέσα και κάθισε σε μια καρέκλα που ήταν κοντά στο κρεβάτι μου. Το πρόσωπο του μια έκφραση πόνου.
«Εσύ ήσουν που χτύπησες τον Αντώνη», είπα ξαφνικά και εκείνος απλά κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. Η φωνή μου ακούστηκε βραχνή και άγρια. Ο λαιμός μου είχε στεγνώσει. Μου πρόσφερε ένα ποτήρι νερό από το κομοδίνο μου και το πήρα με μεγάλη ευγνωμοσύνη.
«Με έσωσες», είπα όταν άδειασα το ποτήρι μου. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.
«Όχι. Δεν τον πρόλαβα. Σε είχε είδη κακοποιήσει», είπε και το βλέμμα του στράφηκε στο πάτωμα, ντροπιασμένο.
«Ναι αλλά με έσωσες από… χειρότερα πράγματα. Νιώθω αιώνια ευγνωμοσύνη. Σου είμαι υπόχρεη», είπα και απλά κούνησε πάλι το κεφάλι του.
«Φαίνεται να το αντιμετωπίζεις καλά μέχρι τώρα. Αλλά φοβάμαι να σε αγγίξω. Φοβάμαι μην το παραμικρό άγγιγμα μου σου ξυπνήσει το τραύμα και με διώξεις μακριά τρομοκρατημένη», είπε γρήγορα και νόμιζα για μια στιγμή ότι θα κλάψει.
  Σηκώθηκα αργά και πήγα κοντά του. Έπεσα στα γόνατα και τύλιξα τα χέρια μου γύρω από την μέση του. Το κεφάλι μου ήταν ακουμπισμένο στο στήθος του και μπορούσα να ακούσω τους δυνατούς χτύπους της καρδιάς του. Τον ένιωσα να ηρεμεί στα χέρια μου και διστακτικά έσφιξε τα δικά του γύρω από τους ώμους μου. Δεν κουνήθηκε από την καρέκλα. Ούτε θυμάμαι πόση ώρα ήμασταν έτσι, η ανάσα του και το άρωμα του να με ηρεμούν τόσο που ένιωθα γαλήνη. Κάποια στιγμή ξετύλιξε μαλακά τα χέρια μου από την μέση του και με βοήθησε να σηκωθώ.
  Πήγαμε στο σαλόνι όπου τα κορίτσια ήταν στο καναπέ και έβλεπαν τηλεόραση. Όταν μπήκαμε στο δωμάτιο γύρισαν όλες στο μέρος μας και παρακολουθούσαν καθώς ο Μιχάλης με βοήθησε να κάτσω σε μια καρέκλα δίπλα στο καναπέ. Έβλεπαν Κωνσταντίνου και Ελένης. Ο Μιχάλης κάθισε δίπλα μου σε μια άλλη καρέκλα και ύστερα από λίγο ήρθε ο Μάρκος με πιάτα με μακαρόνια και τα μοίρασε. Πριν δώσει σε εμένα με κοίταξε για να δει αν ήθελα και του είπα ναι. Μόλις τελείωσε το μοίρασμα  κάθισε δίπλα στην Καλή στο καναπέ και εκείνη έγειρε προς το μέρος του, στηρίζοντας το κεφάλι της στον ώμο του. Αποφάσισα ότι θα την ρωτούσα άλλη φορά για αυτόν. Κανείς δεν μου μίλησε. Φάγαμε σε ησυχία. Καμιά φορά λάμβανα ένα αδύναμο χαμόγελο από διάφορα πρόσωπα αλλά ως εκεί.
15 Ιουλίου 2015, ώρα 10:15 μμ
  Δεν ήθελαν να βγουν έξω. Βασικά ήθελαν αλλά δεν το έλεγαν γιατί πίστευαν ότι δεν ήμουν έτοιμη. Ούτε άρρωστη να ήμουν! Τέλος πάντων. Τους πίεσα και πήγαμε στον Φλεγόμενο Έλληνα και πήραμε ο καθένας ποτά για να πιούμε. Αποφάσισα να δοκιμάσω ένα cocktail και η Μαρία με χαρά μου παρήγγειλε ένα. Δεν ήταν άσχημο. Υπερβολικά γλυκό για τα γούστα μου αλλά το ήπια όλο. Μου χρειαζόταν. Δεν ήμουν και ακριβώς καλά. Με είχαν σχεδόν βιάσει μόλις το περασμένο βράδυ αλλά η παρουσία των φίλων μου βοηθούσε αρκετά. Είχαμε όλοι αλλάξει ρούχα, πάλι καλά, και ήμασταν φρεσκαρισμένοι. Η ατμόσφαιρα ήταν κάπως βάρια όμως. Τέλεια! Χάλασα τις διακοπές τους. Μπορώ όμως να τις φτιάξω! Απλά θα τους πιέζω να βγαίνουμε όπως και πριν. Τίποτα που δεν μπορώ να κάνω.
«Ξέρεις ο Μιχάλης έμεινε δίπλα σου όλο το βράδυ. Δεν νομίζω ότι έκλεισε μάτι», μου ψιθύρισε η Καλή. Δεν μπορούσα παρά να χαμογελάσω στα λόγια της αυτά.
«Άσε με εμένα και σκέψου τα δικά σου και τον κύριο Μάρκο που δεν έχει πάρει τα μάτια του από πάνω σου όλο το βράδυ», της απάντησα και στα χαμηλά φώτα του μπαρ είδα πως κοκκίνισε.
  Τότε γύρισα και κοίταξα τον Μιχάλη που καθόταν δίπλα μου. Κάτι έλεγε με την Μαρία αλλά δεν πρόσεχα. Το χαμόγελο του μου αποσπούσε την προσοχή. Προς υπεράσπιση μου έχει πολύ ωραίο χαμόγελο. Ξαφνικά το βλέμμα του στράφηκε σε εμένα και τα καστανά του μάτια αιχμαλώτισαν τα δικά μου. Το πρόσωπο του ήταν κοντά και μπορούσα να νιώσω την ανάσα του στο δικό μου. Καυτή και με την μυρωδιά του αλκοόλ, ήταν ένα μεθυστικό άρωμα. Έκλεισα τα μάτια μου και ρίγησα ολόκληρη. Για μια στιγμή νόμιζα ότι θα με φιλήσει αλλά συνοφρυώθηκε και κοίταξε αλλού. Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω πως θα αντιδρούσα αν με φιλούσε. Δεν ήξερα αν τα γεγονότα της χθεσινής βραδιάς θα αναδύονταν στην επιφάνια και θα αναγκαζόμουν να τον διώξω. Είχε δίκιο σε αυτό. Σηκώθηκα λίγο από το κάθισμα μου για να τον φτάσω και τον φίλησα στο μάγουλο. Χαμογέλασε και έκατσα πάλι στην θέση μου. Από την άλλη μεριά του τραπεζιού η Αναστασία και η Μαρία αντάλλαξαν πονηρά χαμόγελα και δεν μπορούσα παρά να κουνήσω το κεφάλι μου στην ανωριμότητα τους.
  Όμως γελούσα και αυτό είχε σημασία.

16 Ιουλίου 2015, ώρα 03:43 πμ
Ονειρευόμουν. Πάλι.
  Βρισκόμουν πάλι στην Αγία Ειρήνη. Μα γιατί πια αυτή η παραλία? Όπως λέει και η αδερφή μου είναι μπανάλ. Τέλος πάντων, είναι ωραία παραλία.
«Γιατί Αγία Ειρήνη και όχι… ξέρω εγώ, Χρυσή Ακτή?», μουρμούρισα στο τίποτα.
«Γιατί αυτή η παραλία μου αρέσει», είπε μια αντρική φωνή από πίσω μου. Γύρισα και ποιον να δω? Φυσικά τον Μιχάλη!
«Κοίτα. Τα τελευταία χρόνια που πετάγεσαι στα όνειρα μου το καταλαβαίνω. Τώρα όμως γιατί? Με βλέπεις κάθε μέρα», παραπονέθηκα.
«Σε ταράσσει η παρουσία μου?», ρώτησε εκείνος και ανασήκωσε ένα φρύδι.
«Λιγουλάκι. Αλλά με την καλή έννοια. Άσε κιόλας που δεν ξέρω αν είσαι καν εδώ ή αν αυτό είναι ένα απλά ένα όνειρο», του απάντησα πειραχτικά.
«Ούτε εγώ το γνωρίζω. Αλλά ξέρω ότι μόνο για ένα λόγο σε ονειρεύτηκα πριν σε γνωρίσω», είπε ο Μιχάλης.
«Είμαι η γυναίκα των ονείρων σου?», ρώτησα ειρωνικά και ήταν η σειρά μου να ανασηκώσω το φρύδι μου σε αυτόν.
«Όχι», είπε και κούνησε το κεφάλι του. «Πεπρωμένο»
  Πρέπει να πω ότι ταράχτηκα στα λόγια του αυτά διότι, ας ήμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας. Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Όμως τον είχα φανταστεί μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια πριν καν μάθω ότι υπάρχει, οπότε… ναι. Βέβαια δεν έπαυε να είναι όνειρο.
«Δεν είναι απλά ένα όνειρο, είναι?», με ρώτησε σαν να είχε διαβάσει τις σκέψεις μου.
«Δεν ξέρω», απάντησα ειλικρινά και έστρεψα το βλέμμα μου στην άμμο κάτω από τα ξυπόλητα πόδια μου.
  Ένα ζεστό χέρι έπιασε το πιγούνι μου και σήκωσε το κεφάλι μου. Τα μάτια μου κλείδωσαν με του Μιχάλη. Η έκφραση του ήταν σκεπτική. Κοιτούσε το πρόσωπο μου σαν εκείνο να κρατούσε κάποιο μυστικό που έπρεπε να βρει. Ένα μυστικό από το οποίο εξαρτιόταν η ζωή του.
«Την επόμενη φορά γίνεται να βρεθούμε σε κάποια άλλη παραλία?», πρότεινα.
«Εντάξει. Τώρα όμως πήγαινε για ύπνο σου χρειάζεται», μου είπε και ελευθέρωσε το πιγούνι μου.
«Από ότι μου είπε η Καλή σου χρειάζεται περισσότερο», είπα δοκιμάζοντας τον.
  Για μια στιγμή νόμιζα ότι είδα έκπληξη στο πρόσωπο του άλλα απλά κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. Δεν μπορούσα να είμαι σίγουρη τι σκεφτόταν. Πιθανότατα έλεγε στον εαυτό του ότι τα όνειρα μπορούν να δημιουργήσουν τέτοιες ψευδαισθήσεις. Ότι εφόσον ο ίδιος το ήξερε, τα όνειρα του το ήξεραν επίσης.
«Δεν ξέρω αν βοηθάει, αλλά δεν είμαι όνειρο», είπα. Ήταν γελοίο πράγμα να πει κανείς, όμως το είπα ούτος ή άλλως.
«Δεν νομίζεις ότι και ένα όνειρο το ίδιο θα έλεγε?», με ρώτησε σαν να ήταν κάτι πολύ προφανές. Που για να είμαι ειλικρινής, είναι. Έγνεψα καταφατικά και αποφάσισα να μην πω τίποτα.
«Καληνύχτα Ελίνα», μου είπε και με φίλησε στο μέτωπο.
Ύστερα, μόνο σκοτάδι.

16 Ιουλίου 2015, ώρα 12:13 μμ
  Το νερό ήταν ζεστό όταν βούτηξα μέσα στην θάλασσα της Χρυσής Ακτής. Ναι. Πήγαμε στην Χρυσή Ακτή. Επιμένω πως μπορούσε να είναι σύμπτωση. Ήταν ιδέα της Μαρίας ούτος η άλλως. Βασικά τηλεφώνησε στα παιδιά και κανονίσανε μαζί παραλία αλλά δεν σημαίνει τίποτα αυτό.
  Άφησα τα κύματα να με αγκαλιάσουν και να πλεύσω όπου με πάνε. Που τέτοια τύχη. Δύο χέρια έπιασαν τους ώμους μου και με πίεσαν μέσα στο νερό. Όταν βγήκα στην επιφάνια ο Μιχάλης γελούσε.
«Αυτό σημαίνει πόλεμο!», είπα και του όρμισα. Τον έπιασα από την μέση και τον έσπρωξα με δύναμη στο νερό. Μούγκρισε και πιάνοντας τα χέρια μου προσπάθησε να με βυθίσει πάλι στα ρηχά νερά. Ύστερα από λίγο τα παράτησε και πιτσιλώντας σηκώθηκε και βγήκε από την θάλασσα.
«Νίκησες αυτή την φορά», είπε και μου έκλεισε το μάτι. «Δεν θα σε υποτιμήσω την επόμενη φορά»
  Ο! Σίγουρα θα νικήσει αυτός την επόμενη φορά! Θα μπορούσε να με έχει να τον κοιτάω όλη μέρα και δεν θα τον χόρταινα. Φορούσε πράσινο μαγιό-βερμούδα και ήταν ελαφρά μαυρισμένος. Μην αναφέρω τους κοιλιακούς του καλύτερα, ή το γεγονός ότι ήταν μούσκεμα.
«Απολαμβάνεις το θέαμα?», ρώτησε μια γυναικεία φωνή από πίσω μου. Η Αναστασία κολύμπησε κοντά μου και κάθισε δίπλα μου.
«Μμ»
«Μάλιστα. Δεν σε αδικώ», είπε και το βλέμμα της στράφηκε προς τον Μιχάλη.
«Δεν είσαι δεσμευμένη εσύ?», την ρώτησα πειραχτικά και την σκούντηξα με τον αγκώνα μου.
«Ναι είμαι. Το πιστεύεις ότι είμαι σχεδόν τέσσερα χρόνια μαζί του?», ρώτησε σαν να μην το πιστεύει η ίδια.
«Ναι. Είχατε μερικά προβληματάκια στην αρχή αλλά… είστε εντάξει τώρα πιστεύω», της απάντησα.
«Ναι. Ήμαστε», είπε και χαμογέλασε.
«Πάω να πάρω χυμό να πιω. Θες τίποτα?», της είπα.
«Χμ, πάρε μου μια coca cola, το πορτοφόλι μου είναι στην τσάντα μου», είπε και μου έδειξε που είχε αφήσει τα πράγματα της.
«Οκ. Μην αργήσεις γιατί θα ζεσταθεί», είπα και βγήκα από το νερό.
  Έτρεξα στο Rebel beach bar, που ήταν κοντά στις ξαπλώστρες μας και πήρα μια Fanta για μένα και μια coca cola για την Αναστασία. Όταν επέστρεψα εκείνη είχε είδη ξαπλώσει και φορέσει το γελοία μεγάλο καπέλο της. Της χαμογέλασα και της έδωσα το ποτό της και ένα καλαμάκι.
«Πως πάει κορίτσια?», είπε ο Μάρκος που είχε βγει από την θάλασσα και σκουπιζόταν με την πετσέτα του.
«Μια χαρά», απαντήσαμε με μια φωνή. Τον κοίταξα και είχε ένα χαζό χαμόγελο στο πρόσωπο του. Ίδιο με της Καλής που έβγαινε από το νερό. Για να πω την αλήθεια τον λυπόμουν λίγο. Ο αδελφός του εξαιτίας μου συνελήφθηκε. Δεν λέω ότι, ότι έκανε ήταν σωστό αλλά… και πάλι.
  Ο Αντώνης από ότι ενημερωθήκαμε θα τεθεί υπό εξαναγκαστική δημόσια εργασία. Νομίζω για επτά μήνες. Δεν είμαι σίγουρη. Τυχερός ήταν που δεν τον βάλανε στην φυλακή. Όπως είπα όμως, ένιωθα άσχημα για τον Μάρκο. Παρά το χαμόγελο του μπορούσα να δω την θλίψη στα μάτια του.
«Ωραία μέρα, δεν συμφωνείτε?», ρώτησε η Καλή που έσφυζε από ευτυχία. Αντάλλαξα βλέμματα με την Αναστασία και βάλαμε τα γέλια. Η Καλή κοκκίνισε και ξάπλωσε στην ξαπλώστρα της ντροπιασμένη.
16 Ιουλίου 2015, ώρα 01:25 πμ    
  Η νύχτα ήταν ήσυχη και δεν κυκλοφορούσε κανείς στις βεράντες του Αλέξανδρος Apartments. Καθόμουν σε μια καρέκλα με τα πόδια στο χαμηλό τοιχάκι της βεράντας μας. Στο μικρό τραπέζι δίπλα μου είχα ένα ποτήρι νερό και αποφάσισα να πιο λίγο καθώς αγνάντευα στα κύματα κάτω στην θάλασσα. Ήταν ήρεμη η ατμόσφαιρα. Ότι χρειαζόμουν. Τα κορίτσια είχαν πάει είδη για ύπνο από νωρίς.
  Ξαφνικά μια πολύ γνωστή αίσθηση με συνεπήρε και ήξερα ότι αυτός θα ήταν κάπου κοντά. Όντως, ύστερα από λίγο άκουσα ένα ελαφρύ χτύπημα στην πόρτα του διαμερίσματος. Μπήκα στο σαλόνι και άνοιξα την πόρτα. Σαν μην το ήξερα, ο Μιχάλης εμφανίστηκε μπροστά μου. Φορούσε μια λευκή κοντομάνικη μπλούζα, καφέ βερμούδα και τα Vans Eras του.
«Σκέφτηκα ότι ίσως να θες παρέα. Ούτος ή άλλως προτιμώ να ήμαστε μαζί στην πραγματικότητα παρά σε όνειρα», είπε.
  Έχασα την ικανότητα μου να μιλάω. Ποτέ κανένας μας δεν είχε παραδεχτεί ή αναφέρει τίποτα για τα όνειρα και η απλή αναφορά τους με ξάφνιασαν. Οι φαντασίες μας αυτές αν και ανεξήγητες είναι παράλογες. Το γεγονός ότι τα παραδέχτηκε όλα τόσο ήρεμος με τάραξε.
«Πέρνα μέσα», του είπα απλά και κλείνοντας την πόρτα, τον οδήγησα στην βεράντα.
  Κάθισα στην καρέκλα μου και έβαλα τα πόδια μου στο τοιχάκι όπως πριν. Ο Μιχάλης βουλεύτηκε σε μια καρέκλα στην άλλη μεριά του μικρού μπλε τραπεζιού.
«Είναι αλήθεια, έτσι δεν είναι?», ρώτησε μετά από κάμποση ώρα.
«Υποθέτω πως ναι. Αν και δεν μπορώ να το εξηγήσω», είπα κοιτώντας το πέλαγος.
«Ούτε εγώ», παραδέχτηκε. Γύρισα το βλέμμα μου προς το μέρος του. Έδειχνε μπερδεμένος. Δεν τον αδικώ. Ένιωθα το ίδιο.
«Και τώρα τι?», ρώτησα. Ήταν χαζή ερώτηση αλλά μία που έπρεπε να ειπωθεί.
«Δεν ξέρω. Ξέρω όμως πως νιώθω για σένα», απάντησε και μπορούσα να νιώσω τα μάτια του να με καίνε, να απαιτούν να τα κοιτάξω. Και έτσι έκανα.
«Και πώς νιώθεις για μένα?», ρώτησα και έγειρα το κεφάλι μου στο πλάι.
«Σε αγαπάω», είπε απλά αλλά κάτι είχε αλλάξει πάνω του. Έδειχνε αδύναμος, ευάλωτος.
«Υποθέτω πως και εγώ σ’ αγαπάω», είπα και χαμογέλασα.
«Υποθέτεις?», ρώτησε και ανασήκωσε το φρύδι του. Δεν μπορούσα παρά να βάλω τα γέλια. Έγειρα το κεφάλι μου πίσω στην πλάτη της καρέκλας και συνέχισα να γελάω υστερικά. Δεν ξέρω τι με έπιασε αλλά δεν μπορούσα να σταματήσω.
  Ξαφνικά ο Μιχάλης σηκώθηκε και γονάτισε δίπλα στην καρέκλα μου. Τα μάτια του έλαμπαν στο σκοτάδι και το ύφος του ήταν σοβαρό. Το γέλιο μου κόπηκε όταν σηκώνοντας με στα χέρια του με έστησε όρθια κοντά στον τοίχο του διαμερίσματος. Έψαξα για κάποια ένδειξη στο πρόσωπο του αλλά δεν απέδιδε τίποτα. Προχώρησε προς το μέρος μου και εγώ υποχώρησα μέχρι που κόλλησα στον τοίχο. Φοβήθηκα. Φοβήθηκα ότι θα έκανε ότι έκανε και ο Αντώνης. Όμως στήριξε ελαφρά το σώμα του πάνω στο δικό μου. Δεν με έσπρωξε, ούτε προσπάθησε να με παγιδέψει.
  Τα χέρια του βρήκαν τα μάγουλα μου και αργά έσκυψε και με φίλησε. Τα χείλη του ήταν απαλά και γλυκός πόθος ξύπνησε μέσα μου. Τύλιξα τα χέρια μου γύρω του και τον αγκάλιασα, τον έφερα πιο κοντά μου. Το στόμα του ήταν ζεστό και τρυφερό πάνω στο δικό μου.
  Το φιλί βάθυνε και τα χέρια του έφυγαν από το πρόσωπο μου και κύλησαν αργά στην μέση μου. Με έσφιξε στα χέρια του και μπορούσα να νιώσω την ταχύτητα με την οποία παλλόταν το στήθος του. Αποτραβήχτηκε για να πάρει ανάσα και κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια μου. Ήταν σαν να έβλεπε κατευθείαν στην ψυχή μου και εγώ στην δική του.
  Με άφησε και στηρίζοντας στην πλάτη του στον τοίχο γλίστρησε κάτω στο πάτωμα και έκατσε. Κάθισα στα πόδια του και με αγκάλιασε. Βύθισα το πρόσωπο μου στο λαιμό και αφέθηκα στην μυρωδιά του. Δεν μπορώ να το περιγράψω. Ήταν ένα μεθυστικό άρωμα που με συνέπαιρνε όλο και πιο πολύ όσο το μύριζα. Ένιωσα πως έκανε και εκείνος το ίδιο.
  Δεν ξέρω πόση ώρα καθίσαμε έτσι. Ήταν όμως γαλήνια και ήσυχα. Ένιωθα ασφάλεια στην αγκαλιά του. Μετά από ώρα με άφησε αργά και αφού με καληνύχτισε, έφυγε.
16 Ιουλίου 2015, ώρα 8:37 μμ         
  Ήταν ένα δροσερό απόγευμα στην Νάουσα. Ο Μιχάλης, η Μαρία και η Αναστασία ήμασταν σε μία καφετέρια και περνάγαμε την ώρα μας. Η Καλή είχε βγει με τον Μάρκο και έλειπαν σχεδόν όλη μέρα. Μου είπε ότι θα πήγαιναν στο Πίσω Λιβάδι. Από όσα ήξερα για το νησί ήταν ένα χωριό στο νοτιοανατολικό κομμάτι της Πάρου.
«Ελίνα φαίνεσαι ιδιαίτερα χαρούμενη σήμερα», είπε η Αναστασία. Δεν το είχα καταλάβει αλλά είχα ένα γελοίο χαμόγελο στο πρόσωπο μου. Προσπάθησα με τα χέρια μου να το περιορίσω αλλά μάταια. «Και εσύ Μιχάλη! Μα εσύ φωτίζεις ολόκληρος», είπε. Δεν ήταν ποτέ καλή στο να κρύβει τα υπονοούμενα της. Η Μαρία άργησε να το καταλάβει λίγο, αλλά όταν έπιασε το πραγματικό νόημα των λέξεων χαμογέλασε και μου έκλεισε το μάτι.
«Λοιπόν? Έγινε τίποτα μεταξύ σας?», ρώτησε η Μαρία τρίβοντας τους δείκτες των χεριών της μεταξύ τους.
«Μαρία! Μην είσαι τόσο ανώριμη. Ε…», είπα υποτιθέμενα αδιάφορη. Κοίταξα τον Μιχάλη τότε και μου έδωσε ένα βλέμμα που έλεγε καθαρά ότι θα ήταν καλύτερα αν το κρατούσαμε μυστικό για λίγο ακόμα. Μπορώ να πω ότι συμφωνούσα.
«Όχι δεν έγινε τίποτα», είπε όταν του έγνευσα ότι συμφωνώ.
«Ο, μα Μιχάλη. Ποτέ δεν ήσουν καλός ψεύτης», είπε και έβαλε τα γέλια. Εκείνος απλά κούνησε το κεφάλι του και ήπιε λίγο από τον καφέ του.
«Λοιπόν το βράδυ τι θα κάνουμε?», ρώτησα προσπαθώντας να αλλάξω το θέμα της συζήτησης.
«Ε! Μαρία δεν είχαμε πει ότι θα πάμε σε εκείνο το κλαμπ. Οι δυο μας», είπε και έκανε νόημα στην Μαρία.
«Α, ναι! Δίκιο έχεις. Έχουμε κανονίσει κάτι σπέσιαλ και δεν σας θέλουμε μαζί. Συγγνώμη», είπε απολογητικά η Μαρία. Αλλά, αλήθεια είναι ότι, ούτε αυτή ήταν καλή ψεύτρα.
«Μα. Πως ήρθαν έτσι τα πράγματα! Θα πρέπει να βγείτε εσείς οι δύο. Μόνοι σας!», είπε η Αναστασία με προφανή σαρκασμό.
«Ναι! Ούτε συνεννοημένες να ήσασταν», είπα με παρόμοιο τόνο. Μου έβγαλε την γλώσσα σαν ένα δεκάχρονο και ύστερα μου έκλεισε το μάτι.
«Δεν πειράζει Ελίνα. Έχω μια ιδέα για το τι μπορούμε να κάνουμε», είπε ο Μιχάλης και μου έκλεισε επίσης το μάτι.
16 Ιουλίου 2015, ώρα 11:13 μμ
  Το μαγαζί στο οποίο με πήγε ο Μιχάλης ήταν σχετικά άδειο και ήσυχο. Ήταν μικρό και απαλή μουσική έπαιζε από τα ηχεία. Οι λίγοι πελάτες εκτός από εμάς κάθονταν σε ψηλά σκαμπό τοποθετημένα γύρω από το μπαρ και συζητούσαν με τον bartender. Ο Μιχάλης με οδήγησε σε ένα από τα τραπέζια και μου είπε να κάτσω στον καναπέ όσο εκείνος θα έφερνε τα ποτά μας.
«Τι θέλεις να σου φέρω?», ρώτησε ενθουσιασμένος.
«Mojito virgin, αν και δε θα σε αφήσω να το πληρώσεις εσύ», του είπα και τον κοίταξα έτσι ώστε να καταλάβει ότι δεν αστειευόμουν.
«Ότι ευχαριστεί την δεσποινίς», είπε και αφού μου έκανε μια βαθιά υπόκλιση πήγε στο μπαρ. Το θεωρούσα μπανάλ να με πει δεσποινίδα αλλά γέλασα παρά τον εαυτό μου.
  Ένα λεπτό αργότερα επέστρεψε με τα ποτά και δίνοντας μου το δικό μου κάθισε απέναντι μου στο τραπέζι. Είχε ξεπεράσει τον εαυτό του σήμερα. Φορούσε ένα λευκό πουκάμισο, καφέ παντελόνι με τα μπατζάκια γυρισμένα πάνω από τους αστραγάλους του, όπως πάντα, και τα γνωστά παπούτσια. Φορούσε κολόνια που μου θύμιζε σαπούνι και είχε ξυριστεί. Θα προτιμούσα αν δεν είχε κάνει το τελευταίο, αλλά έδειχνε ωραίος όπως και να ‘χει.
  Βέβαια έκανα και εγώ τις προετοιμασίες μου. Φορούσα ακριβώς ότι την πρώτη νύχτα που είχαμε βγει όλη η παρέα. Φορούσα και εγώ κολόνια, άρωμα πράσινο μήλο και είχα βάλει Lip gloss και λίγη μάσκαρα. Για μένα πρέπει να ξέρετε ότι το να βάλω οτιδήποτε στο πρόσωπο μου είναι πολύ σπάνιο. Οπότε, ναι!
«Είσαι θεσπέσια σήμερα. Αν και σε προτιμώ χωρίς μακιγιάζ», είπε και ήπιε μια γουλιά από την μπύρα του.
«Ευχαριστώ. Και εσύ το ίδιο. Αν και σε προτιμώ με μούσι», είπα και του χαμογέλασα.
«Θα το έχω υπόψη μου την επόμενη φορά», μου είπε και ανασήκωσε το φρύδι του.
«Χμ! Πολύ μεγάλη ιδέα έχετε για τον εαυτό σας κύριε Μιχάλη. Που ξέρετε ότι θα ξαναβγούμε?», του είπα πειράζοντας τον.
«Ένας άντρας δεν μπορεί παρά μόνο να ελπίζει, Ελίνα», είπε και κλείδωσε το βλέμμα του στο δικό μου. «Τι θα έλεγες να χορεύαμε λίγο?»
«Εδώ?», ρώτησα εγώ ξαφνιασμένη.
«Όχι, αλλού! Ναι, εδώ λέω! Δεν έχει και πολύ κόσμο και μου αρέσει το τραγούδι», είπε.
«Είναι αργό κομμάτι. Μπορείς να το χορέψεις?», είπα προκλητικά.
«Φυσικά και μπορώ. Γιατί? Έχεις αμφιβολίες?», με ρώτησε και ξανασήκωσε το φρύδι του.
«Εγώ? Ποτέ!», είπα σαρκάστηκα και γέλασα. Σηκώθηκε από την θέση του, ήρθε κοντά μου και μου πρόσφερε το χέρι του. Το πήρα και απομακρυνθήκαμε από το τραπέζι.
  Τύλιξε το ένα του χέρι γύρω από την μέση μου και με το άλλο έπιασε ένα δικό μου. Ακούμπησα το ελεύθερο μου χέρι στον ώμο του και τον άφησα να σύρει το χορό. Χορεύαμε αργά, ρυθμικά και ήμουν ευγνώμων που οι άλλοι πελάτες δεν μας κοιτούσαν. Έγειρα το κεφάλι μου στον ώμο του και εκείνος έθαψε το πρόσωπο του στα μαλλιά μου. Όταν τελείωσε το τραγούδι αποτραβήχτηκε και κοιτώντας με στα μάτια έσκυψε και με φίλησε. Ήταν σύντομο, αλλά τρυφερό. Του χαμογέλασα και επιστρέψαμε στο τραπέζι μας.
17 Ιουλίου 2015, ώρα 01:45 πμ
  Ο Μιχάλης έμενε στο ΑΕΛΛΑ complex. Ήταν όμορφα, παραδοσιακά δωμάτια, αν και λίγο ακριβότερα από τον ξενοδοχείο που έμενα με τα κορίτσια. Από ότι μου είπε Ο Μάρκος και ο Αντώνης είχαν ξεχωριστό δωμάτιο οπότε έμενε μόνος του. Ήταν σκοτεινά και το δωμάτιο φωτιζόταν μόνο από το σεληνόφως που έμπαινε από τα παράθυρα.
  Φαινόταν γαλήνιος στο αμυδρό φως.  Τον ήθελα και με ήθελε. Το έβλεπα στο πρόσωπο του. Έδειχνε ευάλωτος, τρωτός. Όπως ήμουν και εγώ.
  Ήρθε κοντά μου και έσκυψε αργά για να με φιλήσει. Τον αγκάλιασα και αφέθηκα στο τρυφερό φιλί του. Τα χέρια μου ψηλάφισαν τα κουμπιά του πουκαμίσου του και άρχισαν να τα ξεκουμπώνουν. Όταν τελείωσα με βοήθησε, βγάζοντας το πουκάμισο του και ύστερα την μπλούζα μου. Με πήρε πάλι στην ζεστή του αγκαλιά και σηκώνοντας με, με πήγε μέχρι το κρεβάτι όπου με άφησε.
  Για λίγη ώρα καθόταν ακίνητος, κοιτώντας με, θαυμάζοντας με. Ήταν περίεργο συναίσθημα. Το να σε κοιτάει κάποιος με τόση αγάπη και πόθο. Ξάπλωσε δίπλα μου και χάιδεψε το πρόσωπο μου πριν σκύψει να με ξαναφιλήσει. Τύλιξα τα χέρια μου γύρω του και αργά ξεκούμπωσα το παντελόνι του και το έβγαλα. Γλιστρώντας τα χέρια του στην μέση μου αφαίρεσε το σορτσάκι μου. Τα χέρια του ήταν τρυφερά και κάθε κίνηση του φοβισμένη, σαν να φοβόταν μην σπάσω.
«Θα είμαι εντάξει. Δεν σε φοβάμαι», τον βεβαίωσα και αφεθήκαμε και οι δύο στην ομορφιά της νύχτας.
17 Ιουνίου 2015, ώρα 11:36 πμ
 «Λοιπόν? Θα μας πεις τι έγινε?», ρώτησε ανυπόμονα η Μαρία από την ξαπλώστρα της. Ήμασταν στην Αγία Ειρήνη και ο καυτός ήλιος έκαιγε τα μάτια μου. Κρύος ιδρώτας κύλισε από το μέτωπο μου και για μια στιγμή άφησα τον εαυτό μου να απολαύσει την δροσιά του.
«Το βρήκα! Γιατί δεν μας λέει η Καλή πως πέρασε χτες με τον Μάρκο», είπα και κοίταξα προς το μέρος της.
  Για μια χρονική στιγμή έδειχνε τρομοκρατημένη αλλά στο τέλος απλά κοκκίνισε.
«Ω! Ξέρεται τώρα. Κάναμε βόλτες στο χωριό, μπάνιο στο γραφικό λιμάνι του. Φάγαμε σε μια πολύ ωραία οικογενειακή ταβέρνα. Ήταν όλοι τόσο φιλικοί. Καθίσαμε σε ένα παγκάκι και παρακολουθήσαμε τον ήλιο να δύει. Ήταν πανέμορφα. Και ο…», είπε και κοκκινίζοντας πάλι σταμάτησε τον εαυτό της.
«Θες μήπως να πεις ότι και ο Μάρκος ήταν πανέμορφος?», την ρώτησα και πετάρισα τα βλέφαρα μου.
«Ελίνα!», μου είπε εκείνη και έγινε ακόμα πιο κόκκινη.
«Ναι, Ελίνα! Εσύ πως πέρασες με τον Μιχάλη?», ρώτησε η Αναστασία και μου έκλεισε κωμικά το μάτι.
«Μμ! Ανώριμες», είπα και τους έβγαλα την γλώσσα.
«Ω ναι, κυρία ώριμη? Και τι ώριμο κάνατε με τον Μιχάλη χτες που σε κράτησε τόσο αργά έξω?», ρώτησε δίνοντας έμφαση στο ώριμο και το Μιχάλης.
«Ώριμα πράγματα», είπα τελικά και ήπια μια γουλιά από την πορτοκαλάδα μου.
«Μου φαίνεται κορίτσια ή πρέπει να την αναγκάσουμε να μας πεις όλες τις ζουμερές λεπτομέρειες?», είπε πονηρά η Μαρία και αντάλλαξε ματιές με τα κορίτσια.
  Μου επιτέθηκαν. Αυτό μπορώ να πω. Κατέληξα να τους πω αν και παρέλειψα το θέμα των ονείρων. Έβγαλαν όλες στριγκλιές ικανοποίησης και άρχισαν να με πειράζουν και να κάνουν συνέχεια υπονοούμενα. Αλλά ξέρεται τι λένε. Δεν μπορείς να ακούσεις αυτούς που γελάνε μαζί σου, αν γελάς δυνατότερα.
17 Ιουνίου 2015, ώρα 10:45 μμ     
  Οι δρόμοι της Νάουσας ήταν σχετικά ήσυχοι αναλογίζοντας την ώρα. Όλη η παρέα κάναμε βόλτες μιας και ήταν η τελευταία νύχτα των αγοριών στο νησί. Βάδιζα δίπλα-δίπλα με τον Μιχάλη και μου κρατούσε το χέρι. Λίγο πιο πίσω ο Μάρκος και η Καλή έκαναν το ίδιο. Η ατμόσφαιρα ήταν σχεδόν γαλήνια μέχρι που όλη η κόλαση ξέσπασε. Κάπου μακριά ακούγονταν σειρήνες  και καθώς πλησιάζαμε σε ένα στενό ένας άντρας εμφανίστηκε μπροστά μας. Ήταν λαχανιασμένος και τα μάτια του σκάναραν σαν τρελά τους δρόμους. Όταν μας είδε περπάτησε αργά προς το μέρος μας και κάτω από το φως μια λάμπας μαύρα μαλλιά και σκοτεινά μάτια φανερώθηκαν.
  Ο Αντώνης μας πλησίαζε αργά, αγνοώντας της σειρήνες που γίνονταν όλο και πιο δυνατές, έρχονταν όλο και πιο κοντά. Είχε ένα μοχθηρό χαμόγελο στο πρόσωπο του και τα μάτια ενός τρελού. Γλίστρησε το χέρι του πίσω από την πλάτη του και τράβηξε ένα όπλο. Όλοι κοκαλώσαμε στις θέσεις μας και κοιτούσαμε με μάτια ορθάνοιχτα.
«Αντώνη, μην κάνεις τίποτα που θα μετανιώσεις», είπε ο Μιχάλης προσπαθώντας να ηρεμήσει τον αγριεμένο άντρα μπροστά του.
«Μετανιώσω? Έχω είδη μετανιώσει πολλά. Το μόνο που θέλω είναι εκδίκηση. Αν δεν ήσουν εσύ, η Ελίνα θα ήταν τώρα δική μου. Με ακούς! Δική μου», είπε και σήκωσε το όπλο στο ύψος του Μιχάλη. Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο γρήγορα που νόμιζα ότι θα σπάσει.
«Όχι», είπα με φωνή παραλυμένη από τον φόβο. «Θα με είχες βιάσει Αντώνη. Δεν θα γινόμουν δική σου», είπα παίρνοντας κάποιο κουράγιο μόνο για να το χάσω όταν σημάδεψε το όπλο στο στήθος του Μιχάλη. Η σειρήνες ήταν πολύ κοντά πια και ευχόμουν να ήταν είδη εδώ.
«Λυπάμαι Ελίνα. Τέλος χρόνου», είπε και πάτησε την σκανδάλη.
  Ο χρόνος φάνηκε να κυλάει πιο αργά καθώς του όρμησα. Τον έσπρωξα την ώρα που πάτησε την σκανδάλη και ένας εκκωφαντικός ήχος ήχησε στα αυτιά μου. Κάποιος ούρλιαξε και ο Αντώνης σωριάστηκε στο έδαφος. Τότε ένα περιπολικό έκλεισε στην γωνία και δύο αστυνομικοί πετάχτηκαν από το αυτοκίνητο. Αμέσως ακινητοποίησαν τον Αντώνη και τον αφόπλισαν. Ένας από τους δύο άντρες μουρμούρισε κάτι στον ασύρματο του για ασθενοφόρο. Γύρισα απότομα και ο Μιχάλης ήταν στο πεζοδρόμιο ανάσκελα. Αίμα κυλούσε από τον ώμο του. Άκουσα φωνές και κλάματα που ήταν μάλλον του Μάρκου αλλά δεν με ένοιαζε. Έτρεξα στο πλευρό του και του έπιασα το πρόσωπο. Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια μου και εκείνος σήκωσε το άλλο του χέρι και σκούπισε τα δάκρυα μου.
«Θα είμαι… εντάξει. Μόνο… ο ώμος μου είναι. Σε αγαπάω», είπε με δυσκολία και έχασε τις αισθήσεις του.
18 Ιουλίου 2015, ώρα 00:35 πμ     
  Η Νάουσα έχει ένα μικρό νοσοκομείο, κέντρο υγείας. Από την στιγμή που έχασε τις αισθήσεις του μέχρι που μπήκε στο χειρουργείο τα λεπτά για μένα πέρασαν σαν όνειρο. Γρήγορα και μπερδεμένα. Η αίθουσα αναμονής ήταν άδεια εκτός από τα κορίτσια, εμένα και τον Μάρκο ο οποίος έκλεγε σιγανά στην άλλη άκρη του δωματίου. Η Καλή ήταν στο πλάι του και του μουρμούριζε λόγια παρηγοριάς. Η Αναστασία είχε τα χέρια της γύρω από του ώμους μου και μου έλεγε συνεχώς πως όλα θα πάνε καλά. Μακάρι να το πίστευα. Όμως η παρουσία της ήταν καθησυχαστική. Η Μαρία έκανε μια συναισθηματικά φορτισμένη κουβέντα στο τηλέφωνο.
  Η Αστυνομία μας είχε είδη ανακρίνει. Όπως μας εξήγησαν ο Αντώνης είχε παραπλανήσει έναν συνάδελφο τους και κατάφερε, αφού τον έριξε αναίσθητο, να του πάρει το όπλο και να ξεφύγει. Τον είχαν υπό κράτηση και μας βεβαίωσαν ότι η φρουρά του θα διπλασιαζόταν και ότι δεν θα τον άφηναν να βγει στο δρόμο. Ήταν σίγουροι ότι αυτή την φορά δεν θα γλίτωνε την φυλάκιση.
  Είχαν περάσει ίσως και δύο ώρες όταν ένας γιατρός ήρθε προς το μέρος μας, να μας ενημερώσει πως ο Μιχάλης δεν διέτρεχε κάποιον άμεσο κίνδυνο και ότι θα έμενε το βράδυ εδώ για να τον επιβλέπουν.
«Θα μπορεί να φύγει αύριο στην ώρα για το πλοίο του», μας είπε ο γιατρός και άθελα μου τον αγκάλιασα και τον ευχαρίστησα. Ρώτησα αν μπορούσα να τον δω και μου είπαν ότι μπορούσα απλά να προσέχω μην τον ξυπνήσω, διότι ήταν αδύναμος.
  Το δωμάτιο του ήταν σκοτεινό και ήσυχο. Ο Μιχάλης ήταν σε βαθύ ύπνο και τον πλησίασα αργά για να μην το ξυπνήσω. Ήταν τόσο γαλήνιος που φοβόμουν να τον αγγίξω. Επίδεσμοι ήταν τυλιγμένη στον ώμο του, εκεί που τον είχε πληγώσει η σφαίρα. Πήρα μια καρέκλα, την έφερα κοντά στο κρεβάτι του και αποκοιμήθηκα παρακολουθώντας το παλλόμενο στήθος του.

18 Ιουλίου 2015, ώρα 12:23 μμ       
  Ο ήλιος ήταν ψηλά όταν το πλοίο έφτασε στο λιμάνι και τα κορίτσια και εγώ είχαμε συνοδέψει τα αγόρια εκεί. Η ζέστη ήταν ανυπόφορη αλλά ήθελα να τους χαιρετίσω.
«Δεν ήταν ανάγκη να έρθετε μέχρι εδώ», είπε ο Μάρκος σκουπίζοντας ιδρώτα από το μέτωπο του.
«Πίστεψε με, θέλαμε!», είπαμε εγώ και η Καλή με μια φωνή.
  Η Μαρία και η Αναστασία μας κοίταξαν και έβαλαν τα γέλια. Οι τέσσερις μας κοκκινίσαμε και τους βγάλαμε την γλώσσα.
«Θα είσαι σίγουρα καλά?», ρώτησα τον Μιχάλη και τον αγκάλιασα σφιχτά. Μούγκρισε από πόνο και αποτραβήχτηκα. «Συγγνώμη», απολογήθηκα.
«Δεν πειράζει. Μην ανησυχείς θα είμαι μια χαρά», με βεβαίωσε.
«Ναι, μην ανησυχείς Ελίνα! Θα τον προσέχω εγώ», είπε ο Μάρκος δευτερόλεπτα πριν τον αρπάξει από τον λαιμό η Καλή και τον φιλήσει.
«Ελίνα μένουμε και οι δύο Αθήνα σωστά?», με ρώτησε και κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου. «Άρα θα σε ξαναδώ. Θα γυρίσετε και εσείς αύριο, οπότε ίσως μπορούμε να κανονίσουμε κάτι για την επόμενη μέρα. Εντάξει?»
«Εντάξει», είπα και  κόλλησα τα χείλη μου στα δικά του. Ήταν σύντομο το φιλί αλλά τρυφερό και γεμάτο από την αγάπη που μοιραζόμασταν.
«Ε, κορίτσια! Όχι και πολλά μέλια παρακαλώ! Εμείς εδώ ζηλεύουμε!», είπε η Μαρία και βάλαμε όλοι τα γέλια.
18 Ιουλίου 2015, ώρα 9:13 μμ
  Ο ήλιος έδυε στην Νάουσα. Το τελευταίο ηλιοβασίλεμα μας στο νησί. Επίσης το πιο γλυκό. Η ατμόσφαιρα ήταν λουσμένη στο πορτοκαλί φως του ήλιου. Καθόμουνα με τα κορίτσια στην βεράντα του διαμερίσματος και παρακολουθούσαμε την όμορφη σκηνή που εξελισσόταν μπροστά μας. Η θάλασσα ήταν λεία σε αντίθεση με τα κύματα που την τάραζαν συνήθως και η παραλία ήταν άδεια.
«Λοιπόν κορίτσια. Το μόνο που έχω να πω είναι ότι δεν περίμενα οι πρώτες μου διακοπές μετά την αποφοίτηση να ήταν έτσι», είπε η Καλή αγναντεύοντας το τοπίο.
«Αυτό τώρα είναι καλό ή κακό?», ρώτησα. Ακόμα ένιωθα άσχημα διότι ότι κακό μας συνέβη αποδίδετε κομμάτι σε εμένα.
«Καλό. Ξέρω ότι είχαμε μια δυο αναποδιές, αλλά… είμαι σίγουρη ότι αυτό το ταξίδι δεν είναι ένα που θα ξεχάσω εύκολα», απάντησε και χαμογέλασε.
«Συμφωνώ», είπε η Αναστασία και το επανέλαβε και η Μαρία.
«Σας έχω μια έκπληξη. Περιμένετε», είπε η Μαρία και γελώντας έτρεξε στο σαλόνι. Όταν βγήκε κρατούσε ένα δίσκο με τέσσερα ποτήρια και ένα μπουκάλι σαμπάνια.
«Μαρία! Ουάου! Ξεπέρασες τον εαυτό σου», είπα άναυδη.
«Ε, ήθελα να τελειώσουν οι διακοπές μας με μια πρόποση. Την οποία φυσικά θα κάνω εγώ», είπε και μας μοίρασε τα ποτήρια. «Και Ελίνα, θα πιεις σ’ αρέσει δεν σ’ αρέσει το αλκοόλ»
«Εντάξει», είπα και σήκωσα τα χέρια μου ψηλά σε σήμα παράδοσης.
«Λοιπόν! Εύχομαι σε όλες μας ένα πολύ καλό υπόλοιπο καλοκαίρι και, για να ευχαριστήσω και την Καλή, είθε οι πιθανότητες να είναι πάντοτε υπέρ σας», είπε και τσουγκρίσαμε ποτήρια.

ΤΕΛΟΣ


Δεν υπάρχουν σχόλια: