Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Εμπνευσμένο Σενάριο από το "Ο Κατάδικος" του Κωνσταντίνου Θεοτόκη



«Ο Κατάδικος», Κωνσταντίνος Θεοτόκης
Σενάριο από: Ευαγγελία Γλέζου

*
[Τουρκόγιαννος ξαπλωμένος στο κρεβάτι]
[Μπαίνει ο Πέπονας]
[Σταματάει, κοιτάει έναν-έναν τους κατάδικους]
Φρουρός: [Είπε με αδιαφορία] «Θα κοιμάσαι εδώ μέσα»
Επιζωήτης: [Πλησιάζει Πέπονα] «Καλώς ήρθες. Έλα μαζί μας και πες μας τι γίνεται στον έξω κόσμο»
Κατάδικοι: [Πάνε κοντά στους δυο άντρες και κάθονται σε σχήμα κύκλου]
Κατάδικος 1: «Είναι αλήθεια πώς άλλαξε η Κυβέρνηση, κι έχει σκοπό να δώκει πολλές χάρες?»
Πέπονας: «Δεν ξέρω, ήμουν έξι μήνες προφυλάκιση»
Κατάδικοι: [Κατέβασαν λυπημένοι το βλέμμα τους στο έδαφος]
Πέπονας: [Είπε συμπονετικά] «Μα το άκουσα εκεί μέσα! Είναι βέβαιο, λένε!»
Κατάδικος 2: «Και θα καλυτερέψει και το φαγί. Αυτό που μας δίνει τώρα μας αρρώστησε. Ο διευθυντής μας, λένε, το κλέβει. Ήτανε βλέπεις κομματάρχης του αλλουνού υπουργείου»
Κατάδικος 3: [Είπε με παράπονο] «Ωχ!» «Απ’ το κακό στο χειρότερο!»
Επιζωήτης: «Και πόσο θα μείνεις μαζί μας?»
Πέπονας: [Κοιτάζοντας τον με καλοσύνη] «Άλλους έξι μήνες» «Η κατηγορία ήταν βαριά, μα είχα καλούς μαρτύρους. Όλο το χωριό πήρε το μέρος μου, μα η δουλεία μου στοίχησε»
Επιζωήτης: [Είπε με χλευασμό] «Παιχνίδια!»
Κατάδικος 2: «Εμένα, τους μάρτυρες που είχα πληρώσει, το δικαστήριο δεν τους πίστεψε, κάποιος κόντεψε μάλιστα να πάει μέσα και εκείνος, και με καταδίκασε είκοσι χρόνια. Μια ζωή!»
Πέπονας: «Ας είμαι ευχαριστημένος. Ως να σπαρθεί το στάρι και να ωριμάσει, θα ‘μαι πάλι στο σπίτι μου και θα ξαναβρώ την γυναίκα μου! Και το χωριό που, βέβαια, θα με αγαπάει, διότι κλητήρας με διαταγές δεν θα το ξαναπατήσει. Και όταν βγω, αδέλφια, με το καλό από την φυλακή, κάθε φορά που θα σμίγω μ’ έναν από εσάς, θα του κάνω το γιώμα! Και κρασί όσο θέλει!» [Έκανε μια κοφτή κίνηση με το χέρι του στο «… όσο θέλει!»]
Επιζωήτης: [Είπε χλευαστικά] «Στοιχηματίζω, πως είσαι κάποιος νοικοκύρης  του χωριού σου, φρόνιμος και ήσυχος! Ούτε συ δεν μου παίρνεις τα πρωτεία π’ έχω εδώ μέσα. Εμέ το όνομα μου ακούγεται σε καλόν κόσμο και δύσκολα θα λησμονηθεί!» [Κάνει μια μικρή παύση] «Πώς σε λένε?»
Πέπονας: «Πέτρο Πέπονα!»
Επιζωήτης: «Και από πού είσαι?»
*
Πέπονας: [Λέει το όνομα του χωριού του και γυρνάει το βλέμμα του προς το μέρος του Τουρκόγιαννου]
Τουρκόγιαννος: [Κάθεται όρθιος στο κρεβάτι του και έκανε συζήτηση με έναν νέο ο οποίος είναι καθισμένος στο πάτωμα μπροστά του]
«… Γιατί στο κόσμο δεν μπορεί να ‘ναι ευτυχισμένοι παρά εκείνοι που κάνουν καλό, ή εκείνη που όταν αμαρτήσουν, αληθινά μετανιώνουν. Διότι η ψυχή του κακού ανθρώπου, βαστάει μια θεϊκιά αχτίδα, που τήνε (πάντα) φωτίζει, είναι πλάσμα του Θεού ως και αυτή. Κι όταν ο νους δεν εξουσιάζει την ψυχή μάλιστα την ώρα που θα πέσει ο άνθρωπος στον ύπνο τόνε κυριεύει εκείνη η καλοσύνη, κι η συνείδηση τον ελέγχει για την κακία του. Παρόμοια θα είναι και η φοβερή ώρα του θανάτου, όταν για το φονιά παίρνει ο Χάρος την όψη του σκοτωμένου. Και παρόμοια, όταν οι άνθρωποι κρύβουμε στην καρδιά κάποια λύπη βαριά και μεγάλη, όσο ο νους εξουσιάζει στον ξύπνο, μας φαίνεται αυτή η λύπη λησμονημένη και νεκρή, μα τη στιγμή που μας κλει τα μάτια ο ύπνος, ανασταίνεται μέσα μας και μας χαλάει την ανάπαψη!»
Νέος: [Κοίταζε τον Τουρκόγιαννο με τρυφερό βλέμμα και τα μάτια του δακρύζουν]
Πέπονας: [Ακούει προσεχτικά. Κοιτάει άθελα το χέρι του. Χάνει το χρώμα του (αγχώνεται)] «Ποιος είναι αυτός?»
Κατάδικος 1: «Ο Άι-Γιάννης ο Τουρκόγιαννος»
Επιζωήτης: [Λέει χλευαστικά] «Όλο από αυτά λέει όλη μέρα! Είναι τρελός για δέσιμο, και δεν ξέρει κανείς γιατί τον αφήνουνε ως τώρα εδώ μέσα. Λέει πως δεν έκαμε τίποτα και μας σκοτίζει όλη μέρα το κεφάλι όλο θεολογίες, θεολογίες και δος του θεολογογίες! [Κάνει ελαφριά κίνηση προς τα πάνω με το χέρι] «Δεν ξέρει κανείς τι είναι εδώ! Εκκλησία ή φυλακή; [Στραβοκοίταξε τον Τουρκόγιαννο και γέλασε]
Κατάδικος 3: «Είναι από το χωριό σου»
Κατάδικος 2: «Πες μας εσύ. Εσκότωσε ο Τουρκόγιαννος ή όχι?»
Πέπονας: [Δεν αποκρίνεται αμέσως. Συνέρχεται από την ταραχή του. Λέει σοβαρά] «Υπάρχει στον κόσμο και άλλη ευτυχία, κι αυτή είναι η αληθινή: του ανθρώπου που αξουσιάζει. Εκείνος υποτάζει την τύχη του, η θέληση του γίνεται και νικάει όλα τα εμπόδια» [Χαμογελαστός κοίταξες του κατάδικους γύρω του] «Τι θα ‘μουνα, αν δεν ήμουνα τέτοιος; Το κλοτσοσκούφι της τύχης! Και αντίς, τώρα έχω κτήμα, έχω γυναίκα, θα κάμω και παιδιά και ο κόσμος με μακαρίζει. Τώρα με σέβεται κιόλας, σας το ‘πα!»
Κατάδικος 1: «Και είσαι ευτυχισμένος;»
Κατάδικος 2: «Πες μας. Εσκότωσε ο Τουρκόγιαννος ή όχι;»
Πέπονας: [Κοιτάει το χέρι του]
Κατάδικος 3: «Και θα πάρεις τα καλά σου στον άλλο κόσμο;»
Επιζωήτης: [Είπε περιγελώντας τον Πέπονα, με θυμωμένο βλέμμα] «Στον άλλο κόσμο!»
Κατάδικος 2: «Πες μας»
Επιζωήτης: «Έχει δίκιο ο Πέτρος, αλλά πρέπει κανείς να τα καταφέρνει! Εμέ η τύχη μ’ κυνήγησε και λίγο έλειψε να μου πέσει το κεφάλι!»
*
[Φώναξε] «Αι-Γιάννη Τουρκόγιαννε, έλα δω. Ήρθε κάποιος από το χωριό σου»
Τουρκόγιαννος: [Γυρίζει το κεφάλι σαν ξυπνάει από ύπνο και κοιτάει τον επιζωήτη. Καρφώνει έπειτα το βλέμμα του στα μάτια του Πέπονα. Κατεβάζει τα βλέφαρα αμέσως. Αλλάζει πολλές φορές χρώμα (σοκαρίστηκε). Ξαναμπαίνει στο κελί του]
Πέπονας: [Αγχωμένος στρίβει το μουστάκι του και μένει σιωπηλός για λίγο]
Κατάδικος 3: «Πες μας. Σκότωσε ο Τουρκόγιαννος ή όχι; Γιατί δεν αποκρίνεσαι;
Πέπονας: [Δείχνει σκεπτικός και ανήσυχος. Λέει χάνοντας την αυτοκυριαρχία του σιγά-σιγά] «Δεν το ξέρω! Ήτανε πάντα εμπόδιο στο δρόμο μου, επαραφύλαγε τη Μαργαρίτα, τη γυναίκα του σκοτωμένου. Κι ήταν πανταχού παρών! Και εγώ αγαπούσα τη Μαργαρίτα, ήμουν παθιασμένος με την Μαργαρίτα, κι είχε μαλλιάσει η καρδιά μου. Σήμερα είναι γυναίκα μου. Καλά ο άντρας της, μα κι αυτός! Κι η Μαργαρίτα δε μου ερχότανε και εγώ ίδρωνα αίμα… Κι έπειτα εσκοτώθηκε ο άντρας της κι έντεσε αυτός κι εγώ τον βούλιαξα!... στο δικαστήριο εκόντεψα να τόνε στείλω στην κρεμάλα. Μα η μαργαρίτα λέει πως είναι αθώος και μ’ επαίδευε να βρω τρόπο για να βγει από την φυλακή!...»
Κατάδικος 1: «Είναι αθώος»
Επιζωήτης:  «Πάμε να του μιλήσεις» [Τραβάει τον Πέπονα από το χέρι και τον σέρνει προς το κελί του Τουρκόγιαννου]
*
Τουρκόγιαννος: [Καθισμένος στο κρεβάτι του σκεπτικός με το κεφάλι χωμένο στις παλάμες τους και βλέμμα προς το έδαφος]
Επιζωήτης: [Φωνάζει] «Άι-Γιάννη Τουρκόγιαννε»
Τουρκόγιαννος: [Σηκώνει το κεφάλι. Το βλέμμα του λυπημένο. Αναστενάζοντας είπε] «Σ’ άφηκε» «, ο θεός  να πέσεις και σ’ άλλο κρίμα για να μετανιώσει και να δοξαστεί τα’ όνομα του;»
Επιζωήτης: «Εσκότωσε ο Τουρκόγιαννος ή όχι;»
Πέπονας: [Κοίταζε το χέρι του] «Δεν ξέρω»
Τουρκόγιαννος: [Αναφωνεί] «Ω Ιούδα!» [Λέει με θυμό] «Εσύ ξέρεις που δεν εσκότωσα, καθώς είναι γραμμένο! Και μ’ εκυνήγησες, εμένα έναν ορφανόν άνθρωπο, κι εθέλησες να μ’ ανεβάσεις στην κρεμάλα! Τι θα σου ‘κανα;» [Το κάτω χείλος του τρέμει σαν να θέλει να θέλει να πει ακόμα κι άλλα]
Επιζωήτης: [Λέει ανυπόμονα] «Ποίος εσκότωσε!»
Τουρκόγιαννος: [Ταραγμένος λέει] «Ας το πει! Εγώ όχι!» [Κοιτάει προς το μέρος του Πέπονα με το χείλος του ακόμα να τρέμει φοβισμένα. Γύρισε το βλέμμα του στο έδαφος] «Κι η Μαργαρίτα;»
Πέπονας: [Ταραγμένος απαντάει] «Είναι γυναίκα μου»
Τουρκόγιαννος: [Ανατριχιάζοντας λέει] «Ω την επήρες! Την επήρες; Πώς μπόρεσες!»
Επιζωήτης: [Γελάει δυνατά και άσχημα] «Στοιχηματίζω Πέτρο Πέπονα, το κεφάλι μου, που εκόντεψε να πέσει, πως εσύ ο ίδιος εσκότωσες για να πάρεις τη γυναίκα και τον αικόβαλες» [Κοιτάει τον Πέπονα και τον χτυπάει στον ώμο]
Τουρκόγιαννος: [Τρέμει ολόκληρος και δακρύζοντας σηκώνεται από το κρεβάτι]
Πέπονας: [Καταπίνει ηχηρά και κοιτάει του δυο άντρες εναλλάξ. Η αγωνία και το άγχος του φαίνεται έντονα στο πρόσωπο του. Τα χέρια του στα πλαϊνά του να γραπώνουν το παντελόνι του. Έκλεισε τα μάτια και παρακάλεσε] «Ω συμπάθησε!» [Τρέμει ολόκληρος και δακρύζει. Κλαίει δυνατά. Θάβει το πρόσωπο του στις παλάμες του και πέφτει με τα γόνατα στο έδαφος και κουλουριάζετε. Λέει δυνατά] «Εγώ εσκότωσα! Τη νύχτα στο σκοτάδι του ‘χα στήσει καρτέρι!» [Πιάνει το στομάχι του και εκπνέει δυνατά]
Επιζωήτης: [Γελάει χλευάστηκα] «Μεγάλος δεν βαστάχτηκες στο τέλος!»
*
Τουρκόγιαννος: [Βγαίνει από το κελί του χαμογελώντας με μάτια δακρυσμένα και το σώμα του ήταν ασταθές. Μίλησε με ήσυχο τόνο] «Λέει ψέματα! Εγώ εσκότωσα κι εγώ ετιμωρήθηκα» [Κάνει μια μικρή πάυση] «Τόσο καιρό σας γελούσα!»
Πέπονας: «Απ’ όταν σκότωσα ο ίσκιος του δε μ’ άφηκε γλυκιά στιγμή. Μου φανερωνότουν και στο ύπνο, κι εζητούσε δεύτερη φορά να τόνε σκοτώσω, αφού είχα πάρει τη Μαργαρίτα, και δεν θέλει ακόμα να με λησμονήσει!»
Τουρκόγιαννος: «Λέει ψέματα! Εγώ εσκότωσα κι ετιμωρήθηκα»
Πέπονας: [Παρακάλεσε] «Ω συμπάθησε! Θα σου δώσουν τώρα τη χάρη!»
Τουρκόγιαννος: [Αναστέναξε] «Και που να πάω; Εγώ ένας ορφανός άνθρωπος; Η Μαργαρίτα πρέπει να μη μάθει και να ζήσει ευτυχησμένη μαζί σου, και στο κόσμο δεν έχω πλια τίποτα. Εδώ μέσα για με είναι ο κόσμος. Δεν τη θέλω τη χάρη κι εδώ θα πεθάνω, γιατί πονεμένες ψυχές ζητούν παρηγοριά στη μετάνοια!»
Φύλακας: [Μπαίνει στην σκηνή. Φωνάζει] «Πέτρο Πέπονα! Η γυναίκα σου σε ζητεί από τα σίδερα για να σε χαιρετήσει»
Τουρκόγιαννος: [Γύρισε το βλέμμα του προς το μέρος όπου ήταν η Μαργαρίτα  και αναστενάζοντας μπήκε πάλι στο κελί του κλαίοντας]
~

Δεν υπάρχουν σχόλια: