Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

Ο Φρουρός-Ο κληρονόμος Κεφάλαιο 4



4
  Οι επόμενες δύο εβδομάδες ήταν εξουθενωτικές για όλους. Όλοι προπονούνταν σκληρά. Καμιά φορά ο Τζέιμς σκεφτόταν γιατί δεν τον άφηναν να αντιμετωπίσει την απειλή μόνος του. Αναρωτιόταν γιατί τον θεωρούσαν τόσο σημαντικό. Δεν έπαυε όμως να είναι ευγνώμων. Το αγόρι και η Ελάινα σπάνια έμεναν μονάχοι και όταν βρίσκονταν σε αυτή την θέση το μόνο που θα έκαναν είναι να κοιτάνε ο ένας τον άλλο. Ούτε φυσικά άγγιζαν ο ένας τον άλλο, παρά μόνο στην εξάσκηση σώμα με σώμα. Ο Τέλεμπορ θα παρακολουθούσε τον Κέιμπρο και θα ενημέρωνε τους υπόλοιπους για την πρόοδο του. Οι δύο φορείς είχαν δίκιο όταν έλεγαν ότι ό,τι και να γίνει ο εχθρός θα επέστρεφε πίσω για αυτόν. Περεταίρω να πω ότι γινόταν όλο και πιο δυνατός. Ταυτόχρονα ο Λάιζαρ είχε αναλάβει την διδασκαλία του Τζέιμς όσον αφορά την ιστορία των φρουρών.
«Σε παρακαλώ, ξανασκέψου το Τζέιμς», είπε ο Λάιζαρ. Το πρόσωπο του είχε την γνωστή ψυχρή του έκφραση, όμως η φωνή του φορέα πρόδιδε το άγχος του.
«Είπα όχι! Ο Μάικλ δεν θα μπλεχτεί σε όλο αυτό», φώναξε ο Τζέιμς, η φωνή του έκανε αντίλαλο στο χαμηλό ταβάνι της σοφίτας.
«Λάιζαρ, όσο και αν συμφωνώ ότι χρειαζόμαστε βοήθεια, δεν μπορούμε να μπλέξουμε και τον αδελφό του. Το παιδί είναι μόλις οχτώ χρονών», είπε ο Τέλεμπορ, προσπαθώντας να τον ηρεμίσει.
«Χρειαζόμαστε ενισχύσεις και δεν έχουμε πολύ χρόνο. Η προστατευτική αύρα της έπαυλης δεν θα κρατήσει τον Κέιμπρο για πάντα», είπε ο κοκκινομάλλης άντρας εξουθενωμένος.
«Γιατί δεν χρησιμοποιείται τις δυνάμεις που κουβαλάτε?», ρώτησε ο Τζέιμς προσπαθώντας να απομακρύνει την συζήτηση από τον αδελφό του.
  Οι δύο φορείς, μαζί τους και η Ελάινα γύρισαν και τον κάρφωσαν με τα βλέμματα τους σαν να είχε βλασφημήσει.
«Δεν επιτρέπεται Τζέιμς! Υπάρχει λόγος που λεγόμαστε φορείς. Μπορούμε να δώσουμε τις δυνάμεις μόνο σε εκλεκτούς. Άμα οι ίδιοι τις χρησιμοποιήσουμε το Συμβούλιο θα τιμωρούμασταν άμεσα», είπε ο Λάιζαρ αργά για να συγκρατήσει τον θυμό του.
«Συγγνώμη, δεν ήξερα. Δεν μου έχεις πει πολλά για τους φορείς ακόμα», είπε ο Τζέιμς θλιμμένα. Η Ελάινα βρίζοντας τον εαυτό της έπιασε το χέρι του και το έσφιξε. Ήταν σίγουρη ότι μόνο προβλήματα θα τις έφερνε η επαφή μαζί του τώρα, αλλά δεν μπορούσε να τον βλέπει τόσο εξουθενωμένο.
«Δεν πειράζει Τζέιμς», του είπε γλυκά και του χαμογέλασε αδύναμα, το οποίο εκείνος ανταπέδωσε.
«Λάιζαρ? Όπλα ξέρεται να χειρίζεστε?», ρώτησε διστακτικά το αγόρι.
«Δοξάρι εγώ και τόξο ο Τέλεμπορ. Αλλά Τζέιμς, εσύ και η Ελάινα είστε μόνο μαθητευόμενοι. Χρειαζόμαστε βοήθεια. Συγγνώμη», είπε ο Λάιζαρ και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Συγγνώμη που πρότεινα να εμπλακεί ο Μάικλ. Παρ’ όλα αυτά δεν έπρεπε να σε βρει και ο Κέιμπρο. Όχι ακόμα. Δεν ήξερες καν την ύπαρξη μας. Εκτός και αν…»
«Έλα Λάιζαρ, πάμε να ξαπλώσουμε», πετάχτηκε ξαφνικά ο Τέλεμπορ και σηκώθηκε για να βοηθήσει τον φίλο του. «Σου χρειάζεται ξέρεις»
«Ανοησίες! Το χρειάζεσαι περισσότερο από μένα. Δεν είμαι εγώ αυτος που πετάει όλη μέρα!», είπε ο Λάιζαρ.
  Ο Τζέιμς παρατηρούσε τους δύο φορείς καθώς αποσύρονταν σε ένα από τα περίσσια δωμάτια της σοφίτας. Όταν η πόρτα έκλεισε πίσω τους, το βλέμμα του πετάχτηκε στην Ελάινα που του κρατούσε ακόμα το χέρι. Η επαφή των χεριών τους έστελνε μια ηλεκτρική αίσθηση σε όλη του στην σπονδυλική στήλη και τα άκρα του. Στο χαμηλό φως του δωματίου δεν μπορούσε να δει καθαρά το χλομό της πρόσωπο.
«Ελάινα, ξέρω τι είπα. Επίσης σε προειδοποίησα. Δεν αντέχω άλλο μακριά σου. Αυτή η μάχη μπορεί να είναι και η μόνη που ποτέ θα πολεμήσω. Μπορεί να μην επιβιώσουμε. Δεν θέλω να πεθάνω χωρίς, χωρίς… να ξέρεις ακριβώς πως νιώθω. Ούτε χωρίς να σε έχω φιλήσει», το πρόσωπο της κοπέλας ήταν ανέκφραστο στο σκοτάδι. «Με ακούς?  Προσπαθώ να σου ανοίξω την καρδιά μου και εσύ απλά… κοιτάς», είπε ο Τζέιμς πληγωμένος.
  Το χέρι της έσφιξε πιο δυνατά το χέρι του και ανάσαινε βαθιά. Τα χείλη της ήταν ελαφρώς ανοιχτά και ρούφαγαν λαίμαργα τον αέρα. Ξαφνικά, αφήνει το χέρι του και αρπάζοντας το πρόσωπο του κόλλησε το στόμα της στου Τζέιμς. Η Ελάινα κάθισε στα πόδια του και τα τύλιξε γύρω από την μέση του, τραβώντας τον όσο πιο κοντά γινόταν. Εκείνος την έσφιξε στην αγκαλιά του. Το φιλί της ήταν απελπισμένο και σταματούσαν μόνο για να πάρουν μερικές γρήγορες ανάσες. Το φιλί τους βάθυνε και ο Τζέιμς βρήκε τον εαυτό του να νιώθει όπως αυτή.
«Είμαι τρελά και απελπισμένα ερωτευμένος μαζί σου», είπε ανάμεσα σε βαθιές ανάσες ο Τζέιμς.
«Και εγώ! Να το θυμάσαι αυτό την ώρα την μάχης», είπε η Ελάινα και τα χείλη της βρήκαν πάλι τα δικά του.
*
  «Έτοιμος?», ρώτησε η Ελάινα και χαμογέλασε.
«Έτοιμος», απάντησε αποφασισμένα ο Τζέιμς και αφού της έκλεισε το μάτι, επιτέθηκε.
  Προσπάθησε να παγιδέψει τα χέρια της αλλά εκείνη του άρπαξε τον καρπό και τον τούμπαρε. Ο Τζέιμς έπεσε φαρδύς πλατύς στο έδαφος αλλά σηκώθηκε γρήγορα και προσπάθησε να της βάλει τρικλοποδιά. Του έπιασε το πόδι και το αιχμαλώτισε σε λαβή. Οξύς πόνος διαπέρασε τον μηρό του και αναφώνησε.
«Τα παρατάς?», ρώτησε πειράχτηκα η Ελάινα.
  Ο Τζέιμς την αιφνιδίασε γυρίζοντας το σώμα του απότομα. Αγνοώντας τον πόνο ελευθέρωσε το πόδι του και κλοτσώντας την πίσω από το γόνατο, την έριξε στο έδαφος. Σβέλτα ανέβηκε πάνω της και αιχμαλώτισε τους καρπούς της πίσω από το κεφάλι της.
«Ποτέ», είπε το αγόρι με ένα χαμόγελο που έφτανε ως τα αφτιά του.
«Εντάξει! Παραδίνομαι, παραδίνομαι!», είπε η κοπέλα και όταν ο Τζέιμς ελευθέρωσε τα χέρια της, τα έβαλε στα μάγουλα του και του έδωσε ένα γρήγορο φιλί. «Βελτιώνεσαι!»
«Ε! Έχω καλή δασκάλα», είπε και γελώντας την τράβηξε στην αγκαλιά του και ανταπέδωσε το φιλί.
«Γκουχ, γκουχ», έβηξε μια βαθιά αντρική φωνή. «Διακόπτω κάτι?», ρώτησε ο Λάιζαρ αθώα με ένα χαμόγελο να φωτίζει το συνήθως ψυχρό του πρόσωπο.
  Οι δύο νέοι σηκώθηκαν βιαστικά όρθιοι, αφού καταχτυπήθηκαν στην προσπάθεια να ξεκολλήσουν ο ένας από τον άλλο. Τα πρόσωπα του ήταν κατακόκκινα και τα βλέμματα τους ήταν στραμμένα στο έδαφος. Το γρασίδι κάτω από τα πόδια τους φαινόταν ξαφνικά πολύ ενδιαφέρον.
«Πιστεύω πως είναι ώρα για οπλική εξάσκηση. Τζέιμς! Πολύ θα ήθελα να δω την τεχνική σου με το δοξάρι», είπε ο άντρας. «Μετά από σας, λοιπόν», είπε παροτρύνοντας τους να μπουν στο σπίτι, το άχαρο χαμόγελο ακόμα στο πρόσωπο του. Τα παιδιά απλά κούνησαν καταφατικά τα κεφάλια τους και με το βλέμμα ακόμα στο γρασίδι μπήκαν στο σπίτι. Ο Λάιζαρ γέλασε θλιμμένα και τους ακολούθησε.
*
«Η κεφαλή του δοξαριού είναι φτιαγμένη από καρίνιουμ, όπως και η πλειοψηφία των όπλων στο δωμάτειο. Εγώ προσωπικά…», έλεγε ο Λάιζαρ περήφανα, καθώς εξηγούσε πως κατασκευάζονταν διάφορα όπλα στα ράφια της κρύπτης.
  Ο Τζέιμς δεν πρόσεχε τον λόγο που έβγαζε ο φορέας. Ένιωθε ακόμα ντροπή και από τις κλεφτές ματιές που αντάλλαζε με την Ελάινα κατάλαβε ότι και εκείνη ένιωθε το ίδιο. Ο Τέλεμπορ παρακολουθούσε με απάθεια, σαν να είχε ακούσει τα ίδια λόγια πολλές φορές στο παρελθόν. Από τον ώμο ήταν περασμένο ένα ατόφιο χρυσό τόξο. Η διαίσθηση του, του έλεγε ότι ο χρυσομάλλης φρουρός είχε μιλήσει με τον Λάιζαρ είδη για την σκηνή στην αυλή διότι κάθε μερικά λεπτά θα αντάλλαζαν πονηρά χαμόγελα μεταξύ τους.
«Μήπως σε κάνω να βαριέσαι Τζέιμς?», ρώτησε ο κοκκινομάλλης άντρας βγάζοντας τον από τις σκέψεις του.
«Ε… όχι! Συνέχισε! Παρακαλώ!», είπε βιαστικά και το βλέμμα του επέστρεψε στο πάτωμα.
«Ίσως θα ήταν καλύτερα αν αρχίζαμε την πρακτική εξάσκηση», είπε η Ελάινα κοιτώντας τον φορέα στα μάτια.
«Πολύ καλά! Πάρτε ένα δοξάρι και ένα τόξο ο καθένας και πάμε πάλι πάνω»
*
«Κουράστηκες ή ακόμα νεαρέ?», ρώτησε πειραχτικά ο Λάιζαρ.
  Ο φορέας και ο Τζέιμς μονομαχούσαν με τα δοξάρια, ενώ η Ελάινα και ο Τέλεμπορ έκαναν σκοποβολή με τα τόξα στην άλλη άκρη του κήπου.
«Μπα! Καλά είμαι», είπε ο Τζέιμς προσπαθώντας να ακουστεί σίγουρος. Κρύος ιδρώτας κύλησε στο πρόσωπο του αλλά το αγνόησε και απέκρουσε μια επίθεση από τον φορέα την τελευταία στιγμή.
«Μπορώ να πω ότι τα πας καλά. Είσαι τυχερός που έχω να πιάσω όπλο στα χέρια μου μερικά χρόνια», είπε ο άντρας και κάνοντας μια χαμηλή περιστροφή προσπάθησε να χτυπήσει τον Τζέιμς στα πόδια.
  Τα αντανακλαστικά του Τζέιμς τέθηκαν σε λειτουργία και πήδηξε με επιδεξιότητα πάνω από το κοντάρι. Κούνησε το δοξάρι του προς το κεφάλι του φορέα, όμως εκείνος έσκυψε αποφεύγοντας το με επιτυχία. Κουρασμένος έβαλε την υπόλοιπη του δύναμη σε μια τελευταία επίθεση. Έτρεξε και απότομα γλίστρησε κάτω από τα πόδια του φορέα και γυρνώντας χτύπησε τον άντρα στην πλάτη με το κοντάρι του. Ο Λάιζαρ ξαφνιασμένος έπεσε στο έδαφος  με το πρόσωπο και το δοξάρι του πετάχτηκε από τα χέρια του και κύλησε μερικά μέτρα μακριά του. Γυρνώντας ανάσκελα, ανακάθισε και βρήκε την κοφτερή κεφαλή ενός δοξαριού σημαδεμένη στο λαιμό του.
«Τζέιμς!», είπε ο άντρας άφωνος. «Πότε έμαθες να πολεμάς έτσι? Πόσο καιρό προπόνησε? Τρεις βδομάδες?»
«Απλά ήμουν τυχερός Λάιζαρ», είπε και του πρόσφερε το χέρι του. Ο φρουρός το πήρε με ευγνωμοσύνη και αφού σηκώθηκε τίναξε τα κόκκινα φτερά του.
«Όχι», είπε ο άντρας και κούνησε το κεφάλι του. « Είσαι κληρονόμος και εκ… ε κατέχεις τις ικανότητες του πατέρα σου. Με λίγη εξάσκηση θα μπορείς να είσαι άριστος σε κάθε πολεμική τέχνη που γνώριζε και εκείνος»
«Έχω ιδρώσει! Πάω να ξεβγαλθώ. Αν με χρειαστείτε θα είμαι στο δωμάτιο μου. Όμως είναι αργά, καλύτερα να πάτε να ξαπλώσετε και εσείς. Μας χρειάζεται ανάπαυση», είπε ο Τζέιμς ψυχρά και κατευθύνθηκε προς το σπίτι.
*
  Ένα ελαφρύ χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα του δωματίου του Τζέιμς.
«Κοιμάσαι?», ρώτησε μια γυναικεία φωνή από την άλλη μεριά της πόρτας.
«Όχι. Μπορείς να μπεις», απάντησε αυτός.
  Η Ελάινα άνοιξε αργά την πόρτα και την έκλεισε αθόρυβα πίσω της όταν μπήκε.
«Γεια», είπε η κοπέλα χαμηλόφωνα. Το πρόσωπο της ανήσυχο στο χαμηλό φως του δωματίου.
«Γεια», ψιθύρισε ο Τζέιμς.  Ανακάθισε στο κρεβάτι και χαμογέλασε στην Ελάινα που έκατσε δίπλα του.
«Είσαι καλά? Έφυγες βιαστικά από την προπόνηση και ανησύχησα», είπε αυτή και αφού ακούμπησε την παλάμη της στο γόνατο του το έσφιξε παρηγορητικά.
«Ναι. Απλά… όλα αυτά που συμβαίνουν… μου φαίνονται ακόμα σουρεαλιστικά. Επίσης κάτι μου κρύβεται. Μην προσποιηθείς ότι δεν ξέρεις γιατί μιλάω, δεν θα προσπαθήσω να σε πείσω να μου πεις. Ξέρω καλύτερα. Πιο πολύ όμως σκέπτομαι τον πατέρα μου. Όλα που ακούω για τα κατορθώματα του και τις ικανότητες του, που υποτίθεται ότι έχω και εγώ. Νιώθω ότι δεν τον ξέρω πια», είπε θλιμμένα ο Τζέιμς και τύλιξε τα δάχτυλα του με της Ελάινας που ως τότε έσφιγγαν  το γόνατο του.
«Τζέιμς, το να είσαι φρουρός δεν σημαίνει ότι χάνεις τον εαυτό σου. Ούτε ότι προσποίησε. Ναι, ο πατέρας σου έπρεπε να κρύψει κάποια πράγματα αλλά το έκανε για να σε προστατέψει», είπε η Ελάινα και με το ελεύθερο χέρι της χάιδεψε το μάγουλο του. Εκείνος βύθισε το πρόσωπο του στην παλάμη της και έκλεισε τα μάτια του.
«Θέλεις να κοιμηθείς εδώ απόψε?», ρώτησε ο Τζέιμς τα μάτια του ακόμα κλειστά. Η Ελάινα τράβηξε απότομα το χέρι της και όταν άνοιξε τα μάτια του το πρόσωπο της ήταν αναψοκοκκινισμένο.
«Εεεεε…. Εννοούσα να κοιμηθείς απλά! Τίποτα παραπάνω», είπε βιαστικά με μάτια ορθάνοικτα και το χρώμα στο πρόσωπο της επέστρεψε αργά στο πρόσωπο της.
«Εντάξει. Αλλά την επόμενη φορά να είσαι λίγο πιο ξεκάθαρος», είπε η Ελάινα και τα μαγουλά της ρόδισαν.
  Ο Τζέιμς ξάπλωσε πίσω και η Ελάινα αφού έβγαλε τα παπούτσια της ξάπλωσε μπρούμυτα δίπλα του, στήριξε το κεφάλι της στον ώμο του και ακούμπησε το χέρι της στο στήθος του. Το παρακολουθούσε καθώς παλλόταν ελαφρώς στο στέρνο του και τα βλέφαρα της άρχισαν να κλείνουν.
«Καληνύχτα Ελάινα», είπε γλυκά το αγόρι.
«Καληνύχτα Τζέιμς»
*
  Ο Τζέιμς ξύπνησε όταν ένιωσε τον σεισμό. Η Ελάιαν είχε είδη σηκωθεί και παρακολουθούσε έντονα κάτι έξω από το παράθυρο. Το ρολόι στο κομοδίνο έδειχνε ότι ήταν πέντε το πρωί. Το δωμάτιο τρανταζόταν και πέφτοντας κάθε μερικά βήμα έφτασε στην γωνία του δωματίου όπου είχε αφήσει το ρόπαλο και κοιμισμένα σήκωσε το χέρι του για το πάρει.
«Δεν νομίζω ότι το ρόπαλο θα έχει αποτέλεσμα», είπε η Ελάινα, το βλέμμα της ακόμα συγκεντρωμένο σε ότι ήταν έξω. Εκείνος κούνησε το κεφάλι του για να ξυπνήσει.
«Ο Κέιμπρο? Η αύρα του σπιτιού δεν υποτίθεται ότι θα τον κρατούσε έξω? Για αυτό δονείται όλο το σπίτι? Προσπαθεί να την διαπεράσει?», είπε ο Τζέιμς και περπάτησε προς το μέρος της.
«Ναι. Η αύρα θα τον κρατούσε για λίγο έξω, μόνο. Ο Λάιζαρ και ο Τέλεμπορ προσπαθούν να τον απωθήσουν και ύστερα θέλουν να ενισχύσουν την άμυνα μας. Όμως, Τζέιμς, άμα συνεχίσει να δυναμώνει έτσι θα καταφέρει να περάσει και να επιτεθεί κατευθείαν στο σπίτι. Ο χρόνος μας τελειώνει», είπε η Ελάινα και έγειρε προς το μέρος του αγοριού, το οποίο τύλιξε το χέρι του γύρω από την μέση της.
  Έξω από το παράθυρο, στον ουρανό, ο Λάιζαρ με το δοξάρι του από καρίνιουμ και ο Τέλεμπορ με το χρυσό του τόξο επιτίθονταν στον Κέιμπρο, ο οποίος προσπαθούσε να τους πετύχει με κεραυνούς που πετάγονταν από τα χέρια του. Η αόρατη ασπίδα που περιτριγύριζε το σπίτι έτρεμε και γινόταν ορατή κάθε φορά που οι δύο φορείς δεν προλάβαιναν να απωθήσουν ένα αστροπελέκι. Άλλος ένα εμφανίστηκε και ο Τέλεμπορ έπεσε από τον ουρανό, το μη τραυματισμένο του φτερό να χτυπάει σε αγωνία. Ο Λάιζαρ πέταξε το δοξάρι του και εκείνο καρφώθηκε στο ώμο του Κέιμπρο.  Ο άντρας άφησε μια κραυγή πόνου και χτυπώντας τα μαύρα του φτερά, πέταξε μακριά.
*
«Μάικλ, όλα είναι εντάξει. Μπορείς να πας για ύπνο», βεβαίωσε ο Τζέιμς στον αδελφό του.
«Είσαι σίγουρος ότι δεν θα ξαναγίνει σεισμός?», ρώτησε ο Μάικλ ακόμα ανήσυχος.
«Ναι, είμαι πολύ σίγουρος», επίμεινε εκείνος.
«Σε ευχαριστώ αδελφούλη!», είπε το μικρό αγόρι και αφού έδωσε μια γρήγορη αγκαλιά στο αδελφό του έτρεξε στο κρεβάτι και χώθηκε κάτω από τα σκεπάσματα.
  Ο Τζέιμς αναστέναξε και κοιτώντας άλλη μια φορά το κουβάρι που ήταν ο αδελφός του βγήκε από το δωμάτιο και έκλεισε την πόρτα πίσω του. Η Ελάινα τον περίμενε απ’ έξω και όταν είδε την έκφραση του πλησίασε και τον αγκάλιασε.
«Είσαι καλά?», τον ρώτησε ανήσυχα.
«Αυτά τα πέντε λεπτά ήταν το περισσότερο που τον έχω δει αυτή την βδομάδα», είπε ο Τζέιμς εξουθενωμένος.
«Θυμήσου ότι, ό,τι κάνεις, το κάνεις και για αυτόν», το κράτησε από τους ώμους σε απόσταση και μελέτησε το πρόσωπο του. «Κοίτα ο Τέλεμπορ με λίγη ξεκούραση θα είναι εντάξει. Η άμυνα μας κρατάει ακόμα και… αύριο τελειώνει το σχολείο».
«Ναι, κάτι είναι και αυτό», είπε ο Τζέιμς και χαμογέλασε αδύναμα.
«Λοιπόν, πάμε πάλι για ύπνο?», ρώτησε η Ελάινα και κοκκίνισε ελαφρά.
«Πάμε», είπε χαμογελώντας και τη φίλησε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: