Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012

Ο Φρουρός-Ο κληρονόμος Κεφάλαιο 3



3
  «Ελάινα Ρίντ», σκέφτηκε ο Τζέιμς νευρικά.
Δύο μέρες τώρα οι φορείς μένουν στο σπίτι του και την περασμένη μέρα ανακοίνωσε ο Λάιζαρ ότι η εκπαιδευόμενη φρουρός θα ήταν στο κατώφλι της πόρτας του την επόμενη μέρα. Δηλαδή την σημερινή. Τις λίγες μέρες που είχε περάσει με τους δύο άντρες δεν έμαθε πολλά. Όλη την ώρα του έλεγαν για τα κατορθώματα του πατέρα του. Και όταν ρωτούσε για την Ελάινα, προσπαθώντας να αλλάξει το θέμα, σταματούσαν την συζήτηση, κοιταζόντουσαν για λίγο και αφού πονηρά χαμόγελα ανταλλάσσονταν, συνέχιζαν να μιλάνε για τον πατέρα του. Άγχος επανωτά σε περισσότερο άγχος.
  Τα λεπτά πέρασαν και όταν επιτέλους κάποιος του χτύπησε την πόρτα, τα χέρια του έτρεμαν από την αγωνία. Διστακτικά ξεκλείδωσε την πόρτα και την άνοιξε. Μπροστά του αντίκρισε μια κοπέλα μέτριου ύψους με μελί μάτια. Τα καστανόξανθα μαλλιά της ήταν μακριά έως την μέση της και αφέλειες κάλυπταν το μέτωπο της. Το πρόσωπο της αν και είχε έντονες γωνίες γλύκαινε από το πλατύ της χαμόγελο. Επίσης είχε λακκάκια, όπως παρατήρησε ο Τζέιμς. Για μερικά δευτερόλεπτα είχε μείνει ακίνητος, το στόμα του ανοιχτό και τα μάτια του έτοιμα να βγουν από την θέση τους.
«Γεια! Είμαι η Ελάινα. Εσύ θα είσαι ο Τζέιμς. Χμμ, ο Λάιζαρ με είχε προειδοποιήσει ότι θα κοκάλωνες. Συγγνώμη που άργησα αλλά ήταν λίγο δύσκολο να περάσω απαρατήρητη από τον Κέιμπρο απ’ έξω. Δεν ξέρεις πόσο εύκολα εντοπίζουν την μυρωδιά των φρουρών!», είπε ενθουσιασμένα η κοπέλα. Όταν είδε ότι δεν κουνήθηκε το αγόρι μπροστά της μπήκε στο σπίτι. «Άφησα τον εαυτό μου να περάσει. Ελπίζω να μην σε πειράζει»
  Ο Τζέιμς έκλεισε την πόρτα όταν πέρασε και την κλείδωσε. Σύνελθε!, σκέφτηκε και κούνησε δυνατά το κεφάλι του.
«Ναι. Συγγνώμη για αυτό», είπε και γύρισε προς το μέρος της. «Πώς τον είπες? Κέιμπρο? Τέλος πάντων. Όπως και εγώ ξέρεις είδη το όνομα μου, αλλά θα ήθελα να συστηθούμε κανονικά. Τζέιμς!», της είπε και της πρόσφερε το χέρι του. Εκείνη το κοίταξε σαν να ήταν κάτι μυστήριο, όμως γρήγορα βρήκε το χαμόγελο της και κοιτώντας τον στα μάτια το πήρε και το έσφιξε. Κούνησαν τα χέρια αλλά συνέχισαν να κρατιούνται.
«Ελάινα!», είπε η κοπέλα και το χαμόγελο της έγινε ακόμα πιο πλατύ. Ο Τζέιμς εξεπλάγην όταν κατάλαβε ότι χαμογελούσε το ίδιο πλατιά.
«Α! Ελάινα! Επιτέλους ήρθες. Ελπίζω πως ο Κέιμπρο δεν σου προκάλεσε μεγάλο πρόβλημα», είπε ο Λάιζαρ καθώς έμπαινε στο δωμάτιο.
«Όχι πολύ. Μόνο χρόνο μου πήρε ο φίλος μας απ’ έξω. Ο Τζέιμς εδώ με υποδέχτηκε όπως πρέπει. Είχες δίκιο πάντως. Έχει πλάκα όταν κοκαλώνει», είπε η Ελάινα και έκλεισε το μάτι της στον Τζέιμς. Ξαφνικά άφησε το χέρι του και έτρεξε στο διάδρομο από όπου ερχόταν ο Τέλεμπορ. Τον αγκάλιασε και του χαμογέλασε.
«Τέλεμπορ. Τι κάνεις βρε τρελέ φρουρέ? Καιρό έχω να σε δω», είπε η κοπέλα στο ώμο του φορέα.
« Ε ναι, ξέρεις πως είναι. Φρουροί που πρέπει να επισκεφτούμε, εκλεκτοί στους οποίους πρέπει να δώσουμε δυνάμεις. Κόσμοι που πρέπει να βοηθήσουμε. Απειλές για τις οποίες πρέπει να σας ενημερώνουμε», είπε ο χρυσομάλλης άντρας και σφίγγοντας την στην αγκαλιά του μια τελευταία φορά την άφησε.
«Λοιπόν, τώρα που τελειώσαμε με τις συστάσεις τι λέτε να αρχίσουμε την εκπαίδευση?», είπε ο Λάιζαρ χτυπώντας τις παλάμες του μεταξύ τους.
*
  Ο Τζέιμς έπεσε στο έδαφος λαχανιασμένος. Μια βδομάδα η Ελάινα τον προπονεί σε ότι η ίδια είχε μάθει ως εκπαιδευόμενη. Το σχολείο και η οικογένεια του έφεραν προβλήματα στην αρχή αλλά ξεπεράστηκαν γρήγορα. Το σπίτι του ήταν τεράστιο οπότε οι φορείς δεν είχαν πρόβλημα να τριγυρνάνε στο σπίτι. Οι δύο άντρες μιλούσαν συνέχεια, η ανησυχία έντονη στα πρόσωπα τους.
  Η Ελάινα, όπως έμαθε, ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερη του αλλά πήγαινε σε ένα σχολείο στην άλλη άκρη της πόλης. Ήταν επίσης πολύ δυνατή. Σαν φρουρός έπρεπε να εκπαιδευτεί σε μάχη με όπλα, όπως αυτά στην κρύπτη και στην μάχη σώμα με σώμα. Η Ελάινα πάντα νικούσε σε αυτές. Τον είχε πετάξει αμέτρητες φορές στο έδαφος ιδρωμένο και χωρίς ανάσα. Η ίδια ήταν πάντα ξεκούραστη. Προπονούνταν στην πίσω αυλή της έπαυλης και πάντα το βράδυ.
«Είκοσι τρία δευτερόλεπτα. Τζέιμς! Βελτιώνεσαι!», είπε η κοπέλα ενθουσιασμένη.
  Του Τζέιμς του άρεσε η Ελάινα. Ήταν διαφορετική  και πιο όμορφη στα μάτια του από κάθε άλλη κοπέλα που είχε γνωρίσει.
«Λοιπόν πήγαινε να κάνεις ένα ντουζ και έλα στο υπόγειο. Έχω κάτι βιβλία για σένα, με μάχες προηγούμενων φρουρών, να διαβάσεις», είπε η κοπέλα και μπήκε στο σπίτι.
  Το χορτάρι κάτω από τα χέρια του ήταν ζεστό και μαλακό, αλλά έπρεπε να κάνει μπάνιο. Έβαλε όση δύναμη είχε και σηκώθηκε. Τα πόδια του πονούσαν αλλά κατάφερε να μπει στο σπίτι και να πάει στο μπάνιο.
*
  Τα δυο παιδιά βρίσκονταν στο υπόγειο. Ο Τζέιμς καθόταν στην καρέκλα του πατέρα του πίσω από το γραφείο διάβαζε ένα βιβλίο, ενώ η Ελάινα περπατούσε από την μια άκρη του δωματίου στην άλλη ξανά και ξανά ανήσυχη.
«Ελάινα με ζάλισες. Κάτσε κάπου σε παρακαλώ», είπε ο Τζέιμς και έκπνευσε δυνατά.
  Η κοπέλα σταμάτησε και περπάτησε προς την έδρα. Στήριξε τα χέρια της στην επιφάνεια εργασίας και έσκυψε προς το μέρος του. Η ανάσα της ήταν ζεστή στο πρόσωπο του και μυρωδιά μέντα γέμισε τα ρουθούνια του.
«Υποτίθεται ότι διαβάζεις το βιβλίο. Όχι ότι κοιτάς εμένα», είπε η Ελάινα και έσκυψε ακόμα πιο κοντά.
«Δηλαδή όταν το κάνεις εσύ είναι οκ?», παραπονέθηκε ο Τζέιμς. Προσπάθησε να χωθεί πίσω στην καρέκλα του όταν η Ελάινα πλησίασε και άλλο, χωρίς επιτυχία. Ήταν τόσο κοντά τα πρόσωπα τους που οι μύτες τους ακουμπούσαν, η μια πλάι στην άλλη.
«Άλλο εγώ», ψιθύρισε η κοπέλα στα χείλη του και τραβήχτηκε απότομα. Τα μάγουλα του Τζέιμς έκαιγαν και ήταν σίγουρος πως είχε κοκκινίσει. Κοίταξε για λίγο την Ελάινα αδυνατώντας να κουνηθεί και μετά έθαψε το πρόσωπο του στο βιβλίο στα χέρια του. Ύστερα από λίγο έκλεψε μια ματιά από το κείμενο μπροστά του και αφιέρωσε μερικά λεπτά για να την παρατηρήσει. Περπατούσε στο ίδιο μοτίβο με πριν μόνο που τώρα δεν φαινόταν ανήσυχη. Το χαμόγελο της είχε επιστρέψει και τα μάγουλα της ήταν ένα ελαφρύ ροζ.
*
  Οι Κέιμπρο είναι κυνηγοί δύναμης. Αναζητούν φορείς και φρουρούς και όταν πιάσουν το θύμα τους απορροφούν την ζωτική τους ενέργεια. Ο Λάιζαρ δεν ήθελε να αποκαλύψει παραπάνω πληροφορίες στο Τζέιμς. Μόνο ότι χρειάζεσαι, είχε πει και δεν ξαναφέρθηκε το ζήτημα.
  Ο Κέιμπρο που, προς μεγάλο φόβο του Τζέιμς, είχε πιάσει την αύρα του δεν θα έφευγε, παρά μόνο αν εξοντωνόταν. Μόνο στην σκέψη του φτερωτού άντρα κοντά του τον τρόμαζε. Φυσικά με τον Λάιζαρ και τον Τέλεμπορ δεν ανησυχούσε. Ήρθαν για να τον βοηθήσουν. Δεν απειλούταν μόνο αυτός αλλά και άλλοι σαν αυτόν.
  Η απειλή που του χτυπούσε, κυριολεκτικά, την πόρτα ήταν είδη αρκετά δυνατή. Οι δύο φορείς του είπαν ότι πολλοί συνεργάτες τους έχουν χαθεί είδη. Το ίδιο και ισχύει και για τους φρουρούς. Ο Τζέιμς δεν πίστευε ότι η προστασία του σπιτιού του θα κρατούσε για πάντα όπως του έλεγαν. Ήταν σίγουρος ότι κάτι πιο σημαντικό γινόταν εδώ. Όλες οι συνομιλίες των φορέων που έκαναν μεταξύ τους δεν είχαν περάσει απαρατήρητες. Κάτι του έκρυβαν. Αλλά είχε σημαντικότερα πράγματα να κάνει από το να μάθει.
«Τι έχεις αδελφούλη?», ρώτησε μια παιδική φωνή βγάζοντας τον από τις σκέψεις του.
«Τίποτα Μάικλ», απάντησε βαριά ο Τζέιμς. Ήταν στην κουζίνα με τον μικρό του αδελφό ο οποίος μίλαγε πάλι με το στόμα γεμάτο. «Τι σου έχω πει? Όταν τρώμε δεν μιλάμε». Ο αδελφός τους δεν φαίνεται να πειράχθηκε από το δήθεν μάλωμα του.
«Οκ!», είπε ο Μάικλ με ένα χαμόγελο γεμάτο από μακαρόνια που έφτιαξε ο μεγαλύτερος του αδελφός.
«Αυτό πες το στα μακαρόνια που μόλις έφτυσες», είπε ο Τζέιμς γελώντας. «Και σκούπισε το σαγόνι σου. Είναι γεμάτο με σάλτσα. Πρέπει να μάθεις να καθαρίζεσαι χωρίς την μαμά. Μην ξεχνάς. Έχει βραδινή βάρδια σήμερα».
  Ο Μάικλ υπάκουσε και χαμογελώντας στον αδελφό του μια ακόμα φορά επέστρεψε στο φαγητό του.
Ότι και να γίνει Μάικλ εσύ δεν θα μπλεχτείς σε αυτό. Όσο περνάει από το χέρι μου θα μείνεις χαρούμενος, ελεύθερος, σκέφτηκε ο Τζέιμς και συνέχισε να τσιγκλάει το απείραχτο πιάτο του με το πιρούνι του.
*
  Τα βήματα του Τζέιμς ακούγονταν βαριά, καθώς κατέβαινε την σκάλα για το υπόγειο. Ήταν κουρασμένος σωματικά και ψυχικά. Ότι είχε μάθει αυτές τις μέρες ήταν απλά πολύ για να το αντέξει. Το δείπνο με τον αδελφό του δεν βοήθησε. Πιο πολύ όμως σκεφτόταν τον πατέρα του. Ποιος ήσουν πατέρα?, σκεφτόταν καθώς πέρναγε το κατώφλι της πόρτας του γραφείου.
«Α! Εδώ είσαι! Τι σου πήρε τόση ώρα. Δίνω μάθημα αύριο. Εξετάσεις. Και εσύ έχεις φαντάζομαι αλλά δεν έχει σημασία. Έλα να κατέβουμε στην κρύπτη. Θέλω να δούμε μερικά όπλα», είπε η Ελάινα ενθουσιασμένη όπως πάντα.
«Έπρεπε να βάλω τον Μάικλ για ύπνο», είπε ο Τζέιμς θλιμμένα.
«Συγγνώμη. Τζέιμς, είσαι καλά. Δείχνεις εξουθενωμένος. Μήπως να ακυρώσουμε το μάθημα για σήμερα?», ρώτησε η κοπέλα, η ανησυχία έντονη στην φωνή της, και τον πλησίασε.
«Όχι. Δεν χρειάζεται. Είμαι εντάξει», είπε και της χαμογέλασε αδύναμα αλλά εκείνη δεν φάνηκε να πείστηκε.
  Η Ελάινα έβαλε ένα χέρι στον ώμο του και με το άλλο έπιασε το μάγουλο του.
«Σίγουρα? Δεν με πειράζει!», είπε η κοπέλα, επιμένοντας.
«Σίγουρα», είπε ο Τζέιμς και έπιασε το χέρι που ζέσταινε το πρόσωπο του. Η Ελάινα τύλιξε τα δάχτυλα της στα δικά του και τον αγκάλιασε.
«Οκ. Αφού το θες τότε πάμε κάτω», είπε στο ώμο του και τον φίλησε στο μάγουλο πριν τον αφήσει. Όταν τα χέρια της γλίστρησαν από πάνω του ένιωσε σαν όλη η ζέστη στο σώμα του έφυγε μαζί της. Πήρε το χέρι του και τον τράβηξε κάτω στην κρύπτη.
«Έλα, θέλω να δω πως δουλεύεις με τα σπαθιά», είπε η κοπέλα και του έδωσε ένα ξίφος από τον κατάλευκο τοίχο. «Αν θυμάμαι καλά η λεπίδα είναι φτιαγμένη από καρίνιουμ. Είναι ειδικό μέταλλο που παράγουν οι φορείς. Μπορεί να κόψει σχεδόν τα πάντα για αυτό πρόσεχε».
  Ο Τζέιμς απλά κούνησε καταφατικά το κεφάλι του και έσφιξε το σπαθί στα δύο του χέρια. Άρχισε να το κουνάει πέρα δώθε και να κάνει επιθέσεις στο αέρα όπως του έδειχνε η Ελάινα με ένα ίδιο σπαθί που πήρε από τα πολλαπλά ράφια της κρύπτης. Ήταν σχετικά ελαφρύ και ένιωθε σίγουρος όταν το κουνούσε. Ο Τέλεμπορ του είχε πει ότι ως κληρονόμος θα μάθαινε εύκολα την τέχνη της μάχης. Είναι στο αίμα σου, έλεγε. Τις τελευταίες μέρες είχε βαρεθεί να ακούει αυτήν την πρόταση. Οι δύο άντρες διέμεναν στην σοφίτα η οποία είχε φτιαχτεί για αυτόν ακριβώς τον λόγο. Να γιατί δεν με άφηνε ποτέ στην σοφίτα ο πατέρας μου, σκέφτηκε και γέλασε.
«Το ήξερα ότι θα σου έφτιαχνε το κέφι», είπε η Ελάινα και του χαμογέλασε. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο παρά να της χαμογελάσει και εκείνος. «Πάμε ακόμα μερικές κινήσεις και θα προχωρήσουμε σε αμυντικές στάσεις».
  Τα μάτια της έλαμπαν όταν χειριζόταν το ξίφος, παρατήρησε ο Τζέιμς.
«Ελάινα?», ρώτησε δισταχτικά. Τα μελί της μάτια βρήκαν τα κατάμαυρα δικά του και η κοπέλα σταμάτησε.
«Τι?», ρώτησε σοβαρά εκείνη.
«Τίποτα», απάντησε το αγόρι και το βλέμμα του γύρισε στην λεπίδα του ξίφους του. Η Ελάινα απλά κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και άρχισε να του δείχνει αμυντικές στάσεις.
*
«Ελάινα? Ο Λάιζαρ μου είπε πως όλοι οι φρουροί έχουν μαύρα μάτια. Τα δικά σου είναι μελί», είπε ο Τζέιμς και δάγκωσε την μπαγκέτα του με κρέας, τυρί και μαρούλι. Οι δύο νέοι ήταν στην πίσω αυλή του σπιτιού και καθόντουσαν στο μαλακό γρασίδι.
«Χμμ, δεν θα ήξερα. Είμαι και εγώ εκπαιδευόμενη. Αν και μέχρι τώρα από ότι είχα διαβάσει μαύρα μάτια έχουν οι… Τέλος πάντων δεν έχει σημασία. Επί και ευκαιρία σου έχω πει ότι φτιάχνει υπέροχα σάντουιτς? Είναι θεσπέσιο», απάντησε και έφαγε μια μπουκιά από την μπαγκέτα της.
«Ευχαριστώ. Αν και ήταν εξαναγκαστικό. Η μητέρα μου είναι νοσοκόμα και δουλεύει σχεδόν όλη μέρα», είπε ο Τζέιμς αν και ήθελε να ρωτήσει την Ελάινα τι πήγε να πει για τα μάτια του. Ξάπλωσε στο χορτάρι και η κοπέλα δίπλα του, το κεφάλι της στον ώμο του.
«Δεν έχει σημασία. Ο αδερφός σου είναι πολύ τυχερός που σε έχει να του μαγειρεύεις και να του φτιάχνεις κολατσιό», είπε η Ελάινα και δάγκωσε πάλι το σάντουιτς της.
«Να σου πω. Αν είναι να με γεμίσεις ψίχουλα, σήκω», είπε το αγόρι και έβαλαν και οι δύο τα γέλια. Όταν ηρέμησαν τα μάτια τους συναντήθηκαν και τα χέρια τους τυλίχτηκαν σφιχτά μεταξύ τους.
«Ελάινα, εγώ-», προσπάθησε να πει ο Τζέιμς αλλά η Ελάινα τον σταμάτησε ακουμπώντας τον δείκτη του χεριού της απαλά στα χείλη του.
«Και εγώ. Αλλά, μην το πεις. Θα αλλάξουν πολλά. Θα γίνουν όλα αληθινά και δεν μπορώ να το ρισκάρω αυτό τώρα. Ήμαστε όλοι σε κίνδυνο εδώ. Δεν θα σε αφήσω. Απλά δεν μπορώ να αποκτήσω μόνο για να σε χάσω άμα-», είπε με τρεμάμενη φωνή η Ελάινα και πάλεψε να κρατήσει έναν λυγμό. Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια της και ο Τζέιμς τα σκούπισε με τους αντίχειρες των χεριών του.
«Δεν μπορώ να σου υποσχεθώ ότι θα καταφέρω να κρατήσω τον εαυτό μου από το να στο πω. Όμως μπορώ να σου πω ότι ό,τι και να γίνει θα με ακούσεις να στο λέω», είπε ο Τζέιμς και αναστέναξε.
«Ούτε και εγώ μπορώ να το υποσχεθώ. Αλλά ότι και να γίνει θα σε περιμένω», είπε η Ελάινα και έθαψε το πρόσωπο της στον ώμο του.
«Το ξέρω»

Δεν υπάρχουν σχόλια: