Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Εμπνευσμένο Σενάριο από το "Ο Κατάδικος" του Κωνσταντίνου Θεοτόκη



«Ο Κατάδικος», Κωνσταντίνος Θεοτόκης
Σενάριο από: Ευαγγελία Γλέζου

*
[Τουρκόγιαννος ξαπλωμένος στο κρεβάτι]
[Μπαίνει ο Πέπονας]
[Σταματάει, κοιτάει έναν-έναν τους κατάδικους]
Φρουρός: [Είπε με αδιαφορία] «Θα κοιμάσαι εδώ μέσα»
Επιζωήτης: [Πλησιάζει Πέπονα] «Καλώς ήρθες. Έλα μαζί μας και πες μας τι γίνεται στον έξω κόσμο»
Κατάδικοι: [Πάνε κοντά στους δυο άντρες και κάθονται σε σχήμα κύκλου]
Κατάδικος 1: «Είναι αλήθεια πώς άλλαξε η Κυβέρνηση, κι έχει σκοπό να δώκει πολλές χάρες?»
Πέπονας: «Δεν ξέρω, ήμουν έξι μήνες προφυλάκιση»
Κατάδικοι: [Κατέβασαν λυπημένοι το βλέμμα τους στο έδαφος]
Πέπονας: [Είπε συμπονετικά] «Μα το άκουσα εκεί μέσα! Είναι βέβαιο, λένε!»
Κατάδικος 2: «Και θα καλυτερέψει και το φαγί. Αυτό που μας δίνει τώρα μας αρρώστησε. Ο διευθυντής μας, λένε, το κλέβει. Ήτανε βλέπεις κομματάρχης του αλλουνού υπουργείου»
Κατάδικος 3: [Είπε με παράπονο] «Ωχ!» «Απ’ το κακό στο χειρότερο!»
Επιζωήτης: «Και πόσο θα μείνεις μαζί μας?»
Πέπονας: [Κοιτάζοντας τον με καλοσύνη] «Άλλους έξι μήνες» «Η κατηγορία ήταν βαριά, μα είχα καλούς μαρτύρους. Όλο το χωριό πήρε το μέρος μου, μα η δουλεία μου στοίχησε»
Επιζωήτης: [Είπε με χλευασμό] «Παιχνίδια!»
Κατάδικος 2: «Εμένα, τους μάρτυρες που είχα πληρώσει, το δικαστήριο δεν τους πίστεψε, κάποιος κόντεψε μάλιστα να πάει μέσα και εκείνος, και με καταδίκασε είκοσι χρόνια. Μια ζωή!»
Πέπονας: «Ας είμαι ευχαριστημένος. Ως να σπαρθεί το στάρι και να ωριμάσει, θα ‘μαι πάλι στο σπίτι μου και θα ξαναβρώ την γυναίκα μου! Και το χωριό που, βέβαια, θα με αγαπάει, διότι κλητήρας με διαταγές δεν θα το ξαναπατήσει. Και όταν βγω, αδέλφια, με το καλό από την φυλακή, κάθε φορά που θα σμίγω μ’ έναν από εσάς, θα του κάνω το γιώμα! Και κρασί όσο θέλει!» [Έκανε μια κοφτή κίνηση με το χέρι του στο «… όσο θέλει!»]
Επιζωήτης: [Είπε χλευαστικά] «Στοιχηματίζω, πως είσαι κάποιος νοικοκύρης  του χωριού σου, φρόνιμος και ήσυχος! Ούτε συ δεν μου παίρνεις τα πρωτεία π’ έχω εδώ μέσα. Εμέ το όνομα μου ακούγεται σε καλόν κόσμο και δύσκολα θα λησμονηθεί!» [Κάνει μια μικρή παύση] «Πώς σε λένε?»
Πέπονας: «Πέτρο Πέπονα!»
Επιζωήτης: «Και από πού είσαι?»
*
Πέπονας: [Λέει το όνομα του χωριού του και γυρνάει το βλέμμα του προς το μέρος του Τουρκόγιαννου]
Τουρκόγιαννος: [Κάθεται όρθιος στο κρεβάτι του και έκανε συζήτηση με έναν νέο ο οποίος είναι καθισμένος στο πάτωμα μπροστά του]
«… Γιατί στο κόσμο δεν μπορεί να ‘ναι ευτυχισμένοι παρά εκείνοι που κάνουν καλό, ή εκείνη που όταν αμαρτήσουν, αληθινά μετανιώνουν. Διότι η ψυχή του κακού ανθρώπου, βαστάει μια θεϊκιά αχτίδα, που τήνε (πάντα) φωτίζει, είναι πλάσμα του Θεού ως και αυτή. Κι όταν ο νους δεν εξουσιάζει την ψυχή μάλιστα την ώρα που θα πέσει ο άνθρωπος στον ύπνο τόνε κυριεύει εκείνη η καλοσύνη, κι η συνείδηση τον ελέγχει για την κακία του. Παρόμοια θα είναι και η φοβερή ώρα του θανάτου, όταν για το φονιά παίρνει ο Χάρος την όψη του σκοτωμένου. Και παρόμοια, όταν οι άνθρωποι κρύβουμε στην καρδιά κάποια λύπη βαριά και μεγάλη, όσο ο νους εξουσιάζει στον ξύπνο, μας φαίνεται αυτή η λύπη λησμονημένη και νεκρή, μα τη στιγμή που μας κλει τα μάτια ο ύπνος, ανασταίνεται μέσα μας και μας χαλάει την ανάπαψη!»
Νέος: [Κοίταζε τον Τουρκόγιαννο με τρυφερό βλέμμα και τα μάτια του δακρύζουν]
Πέπονας: [Ακούει προσεχτικά. Κοιτάει άθελα το χέρι του. Χάνει το χρώμα του (αγχώνεται)] «Ποιος είναι αυτός?»
Κατάδικος 1: «Ο Άι-Γιάννης ο Τουρκόγιαννος»
Επιζωήτης: [Λέει χλευαστικά] «Όλο από αυτά λέει όλη μέρα! Είναι τρελός για δέσιμο, και δεν ξέρει κανείς γιατί τον αφήνουνε ως τώρα εδώ μέσα. Λέει πως δεν έκαμε τίποτα και μας σκοτίζει όλη μέρα το κεφάλι όλο θεολογίες, θεολογίες και δος του θεολογογίες! [Κάνει ελαφριά κίνηση προς τα πάνω με το χέρι] «Δεν ξέρει κανείς τι είναι εδώ! Εκκλησία ή φυλακή; [Στραβοκοίταξε τον Τουρκόγιαννο και γέλασε]
Κατάδικος 3: «Είναι από το χωριό σου»
Κατάδικος 2: «Πες μας εσύ. Εσκότωσε ο Τουρκόγιαννος ή όχι?»
Πέπονας: [Δεν αποκρίνεται αμέσως. Συνέρχεται από την ταραχή του. Λέει σοβαρά] «Υπάρχει στον κόσμο και άλλη ευτυχία, κι αυτή είναι η αληθινή: του ανθρώπου που αξουσιάζει. Εκείνος υποτάζει την τύχη του, η θέληση του γίνεται και νικάει όλα τα εμπόδια» [Χαμογελαστός κοίταξες του κατάδικους γύρω του] «Τι θα ‘μουνα, αν δεν ήμουνα τέτοιος; Το κλοτσοσκούφι της τύχης! Και αντίς, τώρα έχω κτήμα, έχω γυναίκα, θα κάμω και παιδιά και ο κόσμος με μακαρίζει. Τώρα με σέβεται κιόλας, σας το ‘πα!»
Κατάδικος 1: «Και είσαι ευτυχισμένος;»
Κατάδικος 2: «Πες μας. Εσκότωσε ο Τουρκόγιαννος ή όχι;»
Πέπονας: [Κοιτάει το χέρι του]
Κατάδικος 3: «Και θα πάρεις τα καλά σου στον άλλο κόσμο;»
Επιζωήτης: [Είπε περιγελώντας τον Πέπονα, με θυμωμένο βλέμμα] «Στον άλλο κόσμο!»
Κατάδικος 2: «Πες μας»
Επιζωήτης: «Έχει δίκιο ο Πέτρος, αλλά πρέπει κανείς να τα καταφέρνει! Εμέ η τύχη μ’ κυνήγησε και λίγο έλειψε να μου πέσει το κεφάλι!»
*
[Φώναξε] «Αι-Γιάννη Τουρκόγιαννε, έλα δω. Ήρθε κάποιος από το χωριό σου»
Τουρκόγιαννος: [Γυρίζει το κεφάλι σαν ξυπνάει από ύπνο και κοιτάει τον επιζωήτη. Καρφώνει έπειτα το βλέμμα του στα μάτια του Πέπονα. Κατεβάζει τα βλέφαρα αμέσως. Αλλάζει πολλές φορές χρώμα (σοκαρίστηκε). Ξαναμπαίνει στο κελί του]
Πέπονας: [Αγχωμένος στρίβει το μουστάκι του και μένει σιωπηλός για λίγο]
Κατάδικος 3: «Πες μας. Σκότωσε ο Τουρκόγιαννος ή όχι; Γιατί δεν αποκρίνεσαι;
Πέπονας: [Δείχνει σκεπτικός και ανήσυχος. Λέει χάνοντας την αυτοκυριαρχία του σιγά-σιγά] «Δεν το ξέρω! Ήτανε πάντα εμπόδιο στο δρόμο μου, επαραφύλαγε τη Μαργαρίτα, τη γυναίκα του σκοτωμένου. Κι ήταν πανταχού παρών! Και εγώ αγαπούσα τη Μαργαρίτα, ήμουν παθιασμένος με την Μαργαρίτα, κι είχε μαλλιάσει η καρδιά μου. Σήμερα είναι γυναίκα μου. Καλά ο άντρας της, μα κι αυτός! Κι η Μαργαρίτα δε μου ερχότανε και εγώ ίδρωνα αίμα… Κι έπειτα εσκοτώθηκε ο άντρας της κι έντεσε αυτός κι εγώ τον βούλιαξα!... στο δικαστήριο εκόντεψα να τόνε στείλω στην κρεμάλα. Μα η μαργαρίτα λέει πως είναι αθώος και μ’ επαίδευε να βρω τρόπο για να βγει από την φυλακή!...»
Κατάδικος 1: «Είναι αθώος»
Επιζωήτης:  «Πάμε να του μιλήσεις» [Τραβάει τον Πέπονα από το χέρι και τον σέρνει προς το κελί του Τουρκόγιαννου]
*
Τουρκόγιαννος: [Καθισμένος στο κρεβάτι του σκεπτικός με το κεφάλι χωμένο στις παλάμες τους και βλέμμα προς το έδαφος]
Επιζωήτης: [Φωνάζει] «Άι-Γιάννη Τουρκόγιαννε»
Τουρκόγιαννος: [Σηκώνει το κεφάλι. Το βλέμμα του λυπημένο. Αναστενάζοντας είπε] «Σ’ άφηκε» «, ο θεός  να πέσεις και σ’ άλλο κρίμα για να μετανιώσει και να δοξαστεί τα’ όνομα του;»
Επιζωήτης: «Εσκότωσε ο Τουρκόγιαννος ή όχι;»
Πέπονας: [Κοίταζε το χέρι του] «Δεν ξέρω»
Τουρκόγιαννος: [Αναφωνεί] «Ω Ιούδα!» [Λέει με θυμό] «Εσύ ξέρεις που δεν εσκότωσα, καθώς είναι γραμμένο! Και μ’ εκυνήγησες, εμένα έναν ορφανόν άνθρωπο, κι εθέλησες να μ’ ανεβάσεις στην κρεμάλα! Τι θα σου ‘κανα;» [Το κάτω χείλος του τρέμει σαν να θέλει να θέλει να πει ακόμα κι άλλα]
Επιζωήτης: [Λέει ανυπόμονα] «Ποίος εσκότωσε!»
Τουρκόγιαννος: [Ταραγμένος λέει] «Ας το πει! Εγώ όχι!» [Κοιτάει προς το μέρος του Πέπονα με το χείλος του ακόμα να τρέμει φοβισμένα. Γύρισε το βλέμμα του στο έδαφος] «Κι η Μαργαρίτα;»
Πέπονας: [Ταραγμένος απαντάει] «Είναι γυναίκα μου»
Τουρκόγιαννος: [Ανατριχιάζοντας λέει] «Ω την επήρες! Την επήρες; Πώς μπόρεσες!»
Επιζωήτης: [Γελάει δυνατά και άσχημα] «Στοιχηματίζω Πέτρο Πέπονα, το κεφάλι μου, που εκόντεψε να πέσει, πως εσύ ο ίδιος εσκότωσες για να πάρεις τη γυναίκα και τον αικόβαλες» [Κοιτάει τον Πέπονα και τον χτυπάει στον ώμο]
Τουρκόγιαννος: [Τρέμει ολόκληρος και δακρύζοντας σηκώνεται από το κρεβάτι]
Πέπονας: [Καταπίνει ηχηρά και κοιτάει του δυο άντρες εναλλάξ. Η αγωνία και το άγχος του φαίνεται έντονα στο πρόσωπο του. Τα χέρια του στα πλαϊνά του να γραπώνουν το παντελόνι του. Έκλεισε τα μάτια και παρακάλεσε] «Ω συμπάθησε!» [Τρέμει ολόκληρος και δακρύζει. Κλαίει δυνατά. Θάβει το πρόσωπο του στις παλάμες του και πέφτει με τα γόνατα στο έδαφος και κουλουριάζετε. Λέει δυνατά] «Εγώ εσκότωσα! Τη νύχτα στο σκοτάδι του ‘χα στήσει καρτέρι!» [Πιάνει το στομάχι του και εκπνέει δυνατά]
Επιζωήτης: [Γελάει χλευάστηκα] «Μεγάλος δεν βαστάχτηκες στο τέλος!»
*
Τουρκόγιαννος: [Βγαίνει από το κελί του χαμογελώντας με μάτια δακρυσμένα και το σώμα του ήταν ασταθές. Μίλησε με ήσυχο τόνο] «Λέει ψέματα! Εγώ εσκότωσα κι εγώ ετιμωρήθηκα» [Κάνει μια μικρή πάυση] «Τόσο καιρό σας γελούσα!»
Πέπονας: «Απ’ όταν σκότωσα ο ίσκιος του δε μ’ άφηκε γλυκιά στιγμή. Μου φανερωνότουν και στο ύπνο, κι εζητούσε δεύτερη φορά να τόνε σκοτώσω, αφού είχα πάρει τη Μαργαρίτα, και δεν θέλει ακόμα να με λησμονήσει!»
Τουρκόγιαννος: «Λέει ψέματα! Εγώ εσκότωσα κι ετιμωρήθηκα»
Πέπονας: [Παρακάλεσε] «Ω συμπάθησε! Θα σου δώσουν τώρα τη χάρη!»
Τουρκόγιαννος: [Αναστέναξε] «Και που να πάω; Εγώ ένας ορφανός άνθρωπος; Η Μαργαρίτα πρέπει να μη μάθει και να ζήσει ευτυχησμένη μαζί σου, και στο κόσμο δεν έχω πλια τίποτα. Εδώ μέσα για με είναι ο κόσμος. Δεν τη θέλω τη χάρη κι εδώ θα πεθάνω, γιατί πονεμένες ψυχές ζητούν παρηγοριά στη μετάνοια!»
Φύλακας: [Μπαίνει στην σκηνή. Φωνάζει] «Πέτρο Πέπονα! Η γυναίκα σου σε ζητεί από τα σίδερα για να σε χαιρετήσει»
Τουρκόγιαννος: [Γύρισε το βλέμμα του προς το μέρος όπου ήταν η Μαργαρίτα  και αναστενάζοντας μπήκε πάλι στο κελί του κλαίοντας]
~

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012

The Fault in Snow- A short story



The Fault in Snow από Ευαγγελία Γλέζου
28 Δεκεμβρίου 2015, ώρα 11:23 πμ
  Ο ουρανός ήταν γκρίζος και χιόνι έπεφτε απαλά στο λευκό έδαφος του βουνού της Πάρνηθας. Το τζιπ του Μιχάλη ανέβαινε με ευκολία την απότομη πλαγιά καθώς κατευθυνόμασταν το εξοχικό του παππού του. Ο παππούς του φυσικά δεν θα ήταν εκεί. Ποιοι θα ήταν? Ο Μιχάλης, ο Μάρκος, η Καλή, η Αναστασία, ο Γιώργος, η Μαρία και ο καινούργιος της ‘’φίλος’’ Αλέξανδρος και εγώ. Θα μάθετε το όνομα μου σε λίγο. Δεν βιάζομαι.
  Ένα όχημα δεν ήταν αρκετό για να μας χωρέσει όλους προφανώς αλλά ο πατέρας της Μαρίας δεν είχε κανένα πρόβλημα με το να δανειστούμε και το δικό του τζιπ.
«Άντε πότε θα φτάσουμε?», ρώτησε η Μαρία από το πίσω κάθισμα.
«Μην βιάζεσαι Μαρία. Εκτός και αν προτιμάς να περπατήσεις φυσικά. Είμαι σίγουρη πως ο Μιχάλης δεν θα είχε πρόβλημα να κάνει μια γρήγορη στάση έτσι δεν είναι?», ρώτησα και κοίταξα τον άντρα που είμαι περιφανή να αποκαλώ δικό μου, όπως επίσης και των ονείρων μου. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
  Ο Μιχάλης ήταν φοιτητής σε δραματική σχολή, στον τρίτο χρόνο σπουδών με υπέροχα κόκκινα μαλλιά και κοντό μούσι. Οι μπούκλες του εξείχαν από τον γκρι σκούφο που φορούσε. Ψηλός και γυμνασμένος θα έλεγα εύκολα ότι είναι ο πιο όμορφος άντρας που έχω γνωρίσει.
«Μα φυσικά και δεν έχω πρόβλημα», απάντησε σαρκάστηκα ο Μιχάλης και χαμογέλασε. Η Μαρία απλά σταύρωσε τα χέρια και χώθηκε στην θέση της.
«Ηρέμησε αγάπη μου. Λίγο ακόμα έχουμε και θα φτάσουμε. Εκτός και αν είμαι τόσο ανυπόφορος που δεν αντέχεις να είσαι δίπλα μου», είπε ο Αλέξανδρος αποτυγχάνοντας να παραστήσει τον θιγμένο.
«Πάντα θέλω να είμαι δίπλα σου», του απάντησε εκείνη και τον φίλησε.
  Η Μαρία, έχει μέτριο ύψος, κοντά ξανθά μαλλιά και γκρι αμυγδαλωτά μάτια που ήταν σε τέλεια αρμονία με το τριγωνικό της πρόσωπο. Ήταν δευτεροετής της σχολής οικονομικών  στην Πάτρα και παρά το μέγεθος της μπορούσε να σε βάλει κάτω και σε πατήσει χωρίς πρόβλημα.
  Ο Αλέξανδρος, ξανθός επίσης, ήταν συμφοιτητής της Μαρίας και τους τελευταίους τέσσερις μήνες ήταν αχώριστοι. Ψηλός και με μελαμψό δέρμα, χωρίς να αποκλείω τα πράσινα μάτια του, θα έλεγα ότι ήταν… ωραίος. Αλλά η Μαρία πάντα είχε καλό γούστο σε άντρες. Εξάλλου, αυτή είναι που με γνώρισε στον Μιχάλη.
«Ελίνα, συγγνώμη που γκρινιάζω όλη την ώρα», είπε η Μαρία. Κοίταξα τον Αλέξανδρο και με ένα χαμόγελο στα χείλη απλά κούνησε καταφατικά το κεφάλι και κατάλαβα ότι αυτός την έβαλε να το πει. Αυτό και το γεγονός ότι ήταν πάντα κακή στο να λέει ψέματα. Και ναι, το όνομα μου είναι Ελίνα.
  Εγώ λοιπόν! Είμαι λίγο ψηλότερη από ότι θα αποκαλούσατε φυσιολογικό και είμαι σχετικά αδύνατη. Είμαι δευτεροετής, επίσης, αρχιτεκτονικής στο Μετσόβιο πολυτεχνείο της Αθήνας. Έχω μελί αμυγδαλωτά μάτια και οβάλ πρόσωπο. Τα μαλλιά μια σκούρα απόχρωση του ξανθού, μακριά έως την μέση μου και είναι ελαφρώς σπαστά στις άκρες. Το δέρμα μου είναι λευκό σαν του βρικόλακα και δεν μαυρίζω το καλοκαίρι.
«Φτάσαμε», είπε ο Μιχάλης και σταμάτησε το αυτοκίνητο έξω από ένα πολύ μεγάλο ξύλινο διώροφο σπίτι. «Καλώς ήρθατε στο φτωχικό μου παιδία».
28 Δεκεμβρίου 2015, ώρα 1:00 μμ
  Έσυρα την βαλίτσα μου μέσα στο σπίτι και παρακολούθησα την μεγάλη μας παρέα καθώς γέμιζε ο χώρος υποδοχής. Το ταβάνι ήταν ψηλό και όμορφα σκαλιστά έπιπλα στόλιζαν τον χώρο. Γήινα χρώματα και διάφορες αποχρώσεις του ξύλου με περιτριγύριζαν και άφησα τον εαυτό μου να τα θαυμάσει για λίγο.
«Λοιπόν. Χαίρομαι που είστε όλοι εδώ, αλλά ας τακτοποιηθούμε πρώτα. Αναστασία, Γιώργο ανέβητε τις σκάλες και αφήστε τα πράγματα σας στο πρώτο δωμάτιο αριστερά. Καλή, Μάρκο εσείς πάρτε το δωμάτιο δίπλα τους. Και Μαρία. Εσύ και ο Αλέξανδρος το παραδίπλα», είπε ο Μιχάλης χαρούμενα και χτύπησε τις παλάμες του μεταξύ τους.
«Και εμείς? Το πάρα παραδίπλα?», ρώτησα πειράζοντας τον.
«Όχι. Το δωμάτιο μας είναι από την δεξιά μεριά», είπε και μου πρόσφερε το χέρι του. Το πήρα και ακλουθήσαμε τους υπόλοιπους πάνω στις σκάλες. Ήταν λίγο δύσκολο μπορώ να πω, έχοντας να σύρω και την βαλίτσα μου από πίσω.
  Κοίταξα την παρέα μου καθώς έστριψαν στο αριστερό διάδρομο και ύστερα κατευθύνθηκα στον δεξιό. Ο Μιχάλης με οδήγησε σε ένα ευρύχωρο δωμάτιο και με βοήθησε με τις αποσκευές μου. Η κρεβατοκάμαρα όπως και το υπόλοιπο σπίτι είχε ψηλό ταβάνι. Ένα τεραστίων διαστάσεων κρεβάτι ήταν τοποθετημένο στην άλλη άκρη με ένα πίνακα από πάνω του στον τοίχο που παριστούσε μια εικόνα ελαφιών να τρέχουν στο δάσος. Στον τοίχο αριστερά μου υπήρχε μια ακόμα πόρτα που οδηγούσε σε ένα εξίσου μεγάλο μπάνιο.
«Αυτό που βλέπω είναι τζακούζι?», ρώτησα μη πιστεύοντας στα μάτια μου.
«Ναι. Βλέπεις, ο παππούς μου είναι λιγουλάκι πλούσιος», είπε εκείνος και ανασήκωσε τους ώμους.
«Δεν θα το αποκαλούσα λίγο αυτό. Αλλά καταλαβαίνω ότι δεν σου αρέσει να στο λένε ε? Ξέρω λόγω του συγγενή μου», είπα και κάθισα πάνω στο κρεβάτι.
«Άλλο εθνικός ήρωας και άλλο απλά πλούσιος», είπε και έκατσε δίπλα μου. «Αλλά ήρθαμε εδώ για να περάσουμε καλά και αυτό θα κάνουμε»
«Χμ. Έχω μια ιδέα για το τι μπορούμε να κάνουμε», είπα πονηρά.
«Μα θα ήταν αγενές να αφήσουμε τους φίλους μας να μας περιμένουν», είπε σαρκαστικά και με φίλησε με το πάθος και την αγάπη που τόσο καλά γνωρίζω.
28 Δεκεμβρίου 2015, ώρα 1:45 μμ    
«Τι κάνατε καλέ τόση ώρα πάνω? Ανάψαμε το τζάκι και έφερα και σνακ», είπε η Αναστασία που καθόταν σε έναν καναπέ κουρνιασμένη με τον Γιώργο. Δεν ήταν ποτέ καλή στο να κρύβει τα υπονοούμενα της. Όλοι κατάλαβαν τι εννοούσε και γύρισαν να μας κοιτάξουν με ανασηκωμένα φρύδια.
«Ο, ξέρεις τώρα. Μου… έκανε μια ξενάγηση του πάνω ορόφου», είπα αθώα.
«Μάλλον μια ξενάγηση στο κρεβάτι του σου έκανε», μουρμούρισε η Μαρία και όλοι βάλανε τα γέλια.
«Ανώριμοι!», είπα και τους έβγαλα την γλώσσα.
«Έλα τώρα Ελίνα. Είμαι σίγουρος ότι και οι φίλοι μας από δω έκαναν τα ίδια στα δικά τους δωμάτια. Έτσι δεν είναι?», ρώτησε ο Μιχάλης και το πάτωμα τους φάνηκε ξαφνικά ενδιαφέρον. Μερικά πρόσωπα κοκκίνισαν και είμαι σίγουρη πως άκουσαν κάποιον να σφυρά αθώα.
   Η Αναστασία ήταν ψιλή, με πλούσια καστανά μαλλιά και μπούκλες που στόλιζαν το κεφάλι της. Τα σκούρα μάτια της, σχεδόν μαύρα φαίνονταν να χάνονται σχεδόν στο χαμηλό φως του δωματίου. Ήταν στον πρώτο της χρόνο στο πανεπιστήμιο όπως και η Καλή, ο Μάρκος και ο Γιώργος.
  Ο Γιώργος, το αγόρι της εδώ και τέσσερα χρόνια, ήταν επίσης ψηλός με μαύρα σγουρά μαλλιά, καστανά μάτια και ήταν πάντα καλοξυρισμένος. Κανείς θα έλεγε ότι μοιάζει με μια μελαχρινή εκδοχή του Μιχάλη.
    Η Καλή, το βαφτιστικό της Καλλιόπη, ήταν μέτρια στο ύψος αλλά με ίσιο ανάστημα θα έλεγα ίσως ότι είναι και η πιο όμορφη από όλες μας. Αλλά δεν της αρέσει να της το λέμε. Είχε καστανόξανθα μαλλιά, φυσικά ίσια, μακριά ως την μέση της. Σαν χαρακτήρας ήταν ενθουσιώδης. Μέχρι και τώρα που φαινόταν ήρεμη τα πράσινα μάτια της έσφυζαν από ενέργεια.
  Τέλος, ο Μάρκος. Πολύ ψηλός με στητούς ώμους. Ήταν μελαχρινός με τετράγωνο πρόσωπο και όμορφα γκρι μάτια. Επίσης, το αγόρι της Καλής. Γνωρίστηκαν χρόνια πριν, ένα καλοκαίρι, και δεν είχαν ειδωθεί μέχρι το περασμένο καλοκαίρι στο οποίο κιόλας γίνανε ζευγάρι.
«Λοιπόν… τι θα κάνουμε σήμερα? Εγώ ψηφίζω μιας και είναι η πρώτη μέρα να μείνουμε μέσα και να χαλαρώσουμε», είπε ο Μάρκος και όλοι συμφώνησαν. Ο Μιχάλης έκατσε σε μια πολυθρόνα και αποφάσισα να κάτσω στα πόδια του.
«Σε πειράζει?», τον ρώτησα και πετάρισα τα βλέφαρα μου.
«Ο, μα ποτέ δεν με πειράζει!», είπε σαγηνεύτηκα και με φίλησε.
«Ε! Βρείτε ένα δωμάτιο εσείς οι δυο», είπε η Μαρία.
«Χμ. Περίεργο, θα έλεγα το ίδιο και για σένα», είπα και ανασήκωσα το φρύδι μου. Η Μαρία καθόταν στο αναπαυτικό χαλί με τα πόδια της μπλεγμένα με του Αλέξανδρου. Βάλαμε όλοι τα γέλια και κουρνιάσαμε με τους αγαπημένους μας.
28 Δεκεμβρίου 2015, ώρα 4:00 μμ  
  Ο ήλιος έδυε στο βουνό της Πάρνηθας και εμείς αποχαιρετούσαμε την μέρα παίζοντας χιονοπόλεμο. Μικρά συννεφάκια έβγαιναν από τα στόματα μας καθώς ξεφυσούσαμε στον κρύο αέρα.
  Ένιωσα κάτι παγωμένο στο κεφάλι μου και γύρισα προς την κατεύθυνση της βολής. Ο Γιώργος μου χαμογελούσε πονηρά και επιδείκνυε τα έτοιμα πυρομαχικά στις παλάμες του. Αργά έσκυψα και πήρα λίγο χιόνι στα χέρια μου. Έφτιαξα μια μπάλα και όταν ετοιμάστηκα να την πετάξω με περιέλουσε με τις δικές του. Τυφλά, πέταξα την δική μου και όταν τον κοίταξα τίναζε χιόνι από το πρόσωπο του. Δεν πρέπει να του άρεσε και πολύ ο πάγος. Χούφτωσε χιόνι και με πήρε στο κυνήγι.
  Ξαφνικά από το ξέφωτο όρμησαν η Καλή με την Αναστασία και έπνιξαν τον Γιώργο στις χιονόμπαλες. Της ευχαρίστησα και ύστερα, αφού μου χαμογέλασαν, μου επιτέθηκαν. Άρχισα πάλι να τρέχω με λίγα λόγια.
  Όταν όλοι αποφασίσαμε πως είχαμε φάει αρκετό χιόνι καταπιαστήκαμε με το να φτιάξουμε χιονάνθρωπους. Η Αναστασία και η Μαρία στρίγκλισαν από χαρά και άρχισαν να δουλεύουν πυρετωδώς σε έναν. Ο δικός τους ήταν και ο καλύτερος.
  Το ελαφρύ χιόνι που έπεφτε μέχρι τότε μετατράπηκε σε θύελλα και τρέξαμε όλοι στο σπίτι καθώς η διασκέδαση μας στο χιόνι διακόπηκε.
28 Δεκεμβρίου 2015, ώρα 11:23 μμ  
«Πρώτη φορά βλέπω τόσο χιόνι στην ζωή μου», ψιθύρισα μέσα στο σκοτάδι του δωματίου.
«Είναι συνηθισμένο εδώ. Πάντα έχει πολύ χιόνι το χειμώνα», είπε ο Μιχάλης και με αγκάλιασε.
  Ήμασταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι και εγκλωβισμένοι στην όμορφη ζέστη που πρόσφεραν τα σκεπάσματα.
«Απλά με φοβίζει λίγο. Δεν θα ήθελα να εγκλωβιστούμε εδώ», του είπα και πέρασα το χέρι μου από τα απαλά μαλλιά του.
«Και να γινόταν αυτό… που δεν θα γίνει! Το σπίτι έχει χτιστεί για να αντέχει. Έχουμε προμήθειες εδώ», είπε και με φίλησε.
«Εντάξει», ψιθύρισα στα χείλη του και αφέθηκα στο γλυκό πάθος των φιλιών του.
29 Δεκεμβρίου 2015, ώρα 10:14 πμ  
«Δεν με νοιάζει πόσο θα πάρει. Απλά κάντε το γρήγορα», φώναξε μια αντρική φωνή.
  Οι φωνές του Μιχάλη με ξύπνησαν και όταν είδε πως κουνιόμουν ήρθε κοντά μου και μου χάιδεψε απαλά το μάγουλο. Αυτό και αν με έφερε στην πραγματικότητα. Το άγγιγμα του ήταν παρηγορητικό.
«Τι έγινε? Σε ποιον φώναζες?», ρώτησα γρήγορα και αιχμαλώτισα τα καστανά του μάτια στα δικά μου. Πήρε μια βαθιά ανάσα και χαμήλωσε το βλέμμα του.
«Εγκλωβιστήκαμε», είπε απλά και κατέρρευσε δίπλα μου. Πέρασε τις παλάμες του από τις μπούκλες του αγχωμένα και έκλεισε τα μάτια.
«Το ξέρουν οι άλλοι?», ρώτησα και σηκώθηκα από το κρεβάτι.
«Ναι», είπε κοφτά, τα βλέφαρα του ακόμα κλειστά.
  Πήγα στο μπάνιο και έριξα λίγο νερό στο πρόσωπο μου. Έπλυνα τα δόντια μου και όταν επέστρεψα στην κρεβατοκάμαρα ήταν ακόμα όπως τον άφησα. Πήγα στην βαλίτσα μου και έβγαλα μια αλλαξιά ρούχα. Τα μάτια του άνοιξαν και με παρακολουθούσαν έντονα όσο ντυνόμουνα.
«Απολαμβάνεις το θέαμα?», ρώτησα παιχνιδιάρικα και μου χαμογέλασε.
«Πάντα», απάντησε και σηκώθηκε.
«Πάμε κάτω?», ρώτησα και ανασήκωσα το φρύδι μου.
«Μμ… έχω μια ιδέα για το τι μπορούμε να κάνουμε», είπε σαγηνευτικά και πλησίασε.
«Ίσως πιο μετά. Τώρα θέλω να πάω στους φίλους μας», του είπα και βγήκα από το δωμάτιο.
  Όταν κατέβηκα τα σκαλιά όλοι ήταν ήσυχοι και αγκαλισμένοι. Η Αναστασία είχε γείρει στο στήθος του Γιώργου ο οποίος της φίλαγε το κεφάλι και τις μουρμούριζε κάτι. Η Καλή είχε ξαπλώσει σε ένα καναπέ με το κεφάλι της ακουμπισμένο στα πόδια του Μάρκου και η Μαρία καθόταν αντιμέτωπη με τον Αλέξανδρο και μιλούσαν για κάτι χαμηλόφωνα.
  Έξω, μπορούσα να δω ότι τα παράθυρα ήταν μέχρι την μέση θαμμένα στο χιόνι. Το σαλόνι φωτιζόταν μόνο από το λίγο φως που ξεγλιστρούσε από εκείνα και δημιουργούσε μια βαριά, καταπνιχτηκή ατμόσφαιρα.
«Παιδιά, όλα θα πάνε καλά. Στο υπόγειο υπάρχουν προμήθειες για φαγητό και νερό. Έχει επίσης ξύλα για το τζάκι. Μόνο ζεστό νερό για μπάνιο δεν θα έχουμε, αλλά ούτε και ηλεκτρισμό. Η χθεσινή θύελλα βοήθησε σε αυτό φοβάμαι.
«Αλλά θα ήμαστε εντάξει», είπε ο Μιχάλης προσπαθώντας να τους βεβαιώσει.
«Πότε θα μπορέσουν να μας βγάλουν», ρώτησε η Μαρία και γύρισε προς το μέρος μας. Έδειχνε φοβισμένη. Δεν θυμάμαι να την είχα ξαναδεί έτσι. Εκτός ίσως από το περασμένο καλοκαίρι που… Τέλος πάντων. Αυτή είναι άλλη ιστορία. Ρίγησα και μόνο στο ανακάλεσα της. Ο Μιχάλης ήρθε και με αγκάλιασε από πίσω και δέχτηκα τα χέρια του με ευγνωμοσύνη.
«Νόμιζα ότι το ρεύμα κόπηκε. Πως επικοινώνησες με οποιονδήποτε?», ρώτησα πίσω από τον ώμο μου.
«Έχουμε ένα τηλέφωνο έκτακτης ανάγκης στο σπίτι. Και για να απαντήσω την ερώτηση σου Μαρία, σε τρεις μέρες άμα ήμαστε τυχεροί», απάντησε θλιμμένα.
«Μα… σε δύο μέρες θα αλλάξει ο χρόνος», είπε τραυλίζοντας η Καλή. Το κρύο είχε αρχίσει να επηρεάζει και εμένα.
«Το ξέρω. Θα πάω να φέρω ξύλα. Όποιος θέλει να με βοηθήσει είναι ευπρόσδεκτος», είπε και γλίστρησε μακριά μου. Άθελα μου τα χέρια μου τον αναζήτησαν αλλά έπιασαν μόνο αέρα.
  Τα κορίτσια μαζεύτηκαν καθώς τα αγόρια πήγαν στο υπόγειο και μου ένευσαν να πάω κοντά τους. Καθίσαμε σε ένα κύκλο στο χαλί και κοιταζόμασταν. Ήταν όλα παγερά και ήρεμα.
«Ελίνα. Πιστεύεις ότι θα ήμαστε καλά? Έχουμε περάσει τόσα πολλά τον τελευταίο χρόνο που δεν ξέρω τι άλλο μπορεί πια να μας συμβεί. Ίσως φταίω εγώ και η γκαντεμιά μου», είπε η Αναστασία με το βλέμμα της στραμμένο το πάτωμα.
«Αναστασία, έχουμε μιλήσει για αυτό. Δεν φέρνεις ατυχία. Απλά έτυχε», είπα κουρασμένα και με κοίταξε με ανασηκωμένα τα φρύδια της. «Εντάξει ίσως είσαι λίγο. Αλλά δεν φταις εσύ για αυτό και το ξέρεις».
«Δίκιο έχει Άννα. Απλά ο καιρός μας μισεί. Θα αλλάξουμε τον χρόνο εγκλωβισμένες εδώ. Ίσως όμως να μην είναι και τόσο άσχημα», είπε η Μαρία προσπαθώντας να μας φτιάξει την διάθεση.
«Έχω φέρει μαζί μου κάποια βιβλία. Τι? Μην με κοιτάς έτσι Μαρία. Ναι! Έφερα βιβλία στις ομαδικές μας διακοπές. Αν θέλετε μπορώ να σας δώσω και να διαβάσουμε», πρόσφερε η Καλή.
«Χμ… έχω μια καλύτερη ιδέα», είπα και σηκώθηκα. «Πάω να βρω τα αγόρια. Μην κουνηθείτε, θα επιστρέψω», είπα και άρχισα να περπατάω στο υπόγειο.
«Να φύγουμε? Και να πάμε που?», φώναξε η Μαρία από πίσω μου.
29 Δεκεμβρίου 2015, ώρα 11:00 πμ    
  Γρατζούνησα και την παλιά κιθάρα και άφησα την μελωδία να με μαγέψει. Την βόλεψα ύστερα στα πόδια μου και έπαιξα. Όταν το ζήταγε η μουσική τραγουδούσα ένα ποίημα που είχα γράψει μερικά χρόνια πριν για ένα βιβλίο της Καλής. Τώρα εκείνη έκανε δεύτερη φωνή και κουνιόταν απαλά στον ρυθμό.
«…
Στο μπλε σου θα χαθώ
Φοβάμαι μην πνιγώ
Στα βάθη θα σε βρω
Τον κόσμο σου θα ψάξω
                              
Φοβάμαι μην πνιγώ
Στο μπλε σου θα χαθώ
Στον πάτο θα σε βρω
Και εκεί είναι που θα ψάξω

Όταν σε βρω
Στα χέρια μου θα πάρω
Το σώμα
Τον λαιμό σου
Δικά μου θα τα κάνω

Τα χείλια σου επάνω στα δικά μου θέλω
Τα χέρια σου στην μέση μου ζητώ
Την αγάπη σου χρειάζομαι
Από την άβυσσο να βγω

Τα μάτια σου τα μπλε
Την θάλασσα θυμίζουν
Και όποτε εγώ εσέ θέλω να θυμηθώ
Τα κύματα για συντροφιά θα αναζητήσω…», τραγουδούσα και έπαιζα ανάλογα.
  Ύστερα από κάποια ώρα ήρθαν και τα αγόρια και αφού άναψαν φωτιά στο τζάκι με τα ξύλα που έφεραν, κάθισαν μαζί μας. Αποφάσισα να παίξω κάτι πιο ευχάριστο και ο Μάρκος σηκώθηκε και έκανε έναν αστείο χορό. Λυθήκαμε όλοι στα γέλια και με δυσκολία συνέχισα να μελωδώ. Σταμάτησα όταν δεν άντεχα άλλο και έπεσα πιάνοντας το στομάχι μου και κλαίγοντας από το πολύ γέλιο.
  Κάπως έτσι πέρασαν μερικές ώρες και κάποια στιγμή ο Μιχάλης σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα. Όταν επέστρεψε κουβαλούσε ένα δίσκο γεμάτο φαγητό και ποτά.
«Πως μπορώ να σας εξυπηρετήσω?», είπε με φωνή γραμματέα και πετάρισε τα βλέφαρα του.
«Χμ… πατατάκια και βότκα παρακαλώ», είπε η Αναστασία και εκείνος της τα έδωσε.
«Τι ώρα σχολάς όμορφη?», ρώτησε ο Αλέξανδρος τον Μιχάλη και τον φλέρταρε στα αστεία. Του έδωσε ένα χαρτάκι με ψεύτικο νούμερο και του είπε να τον πάρει τηλέφωνο. Ο Μιχάλης χαχάνισε σας μικρό κοριτσάκι και του φύσηξε ένα φιλί.
«Δεν σε πειράζει αν στον κλέψω ε?», με ρώτησε ο Αλέξανδρος και δεν μπορούσα παρά να γελάσω.
«Ξυρούς καρπούς και coca cola όμορφη», είπα πειραχτικά στον Μιχάλη και μου έβγαλε την γλώσσα σαν απάντηση. Του έδωσα ένα γρήγορο φιλί και έκατσα κοντά στην φωτιά.
  Παρακολουθούσα τις φλόγες καθώς έγλυφαν λαίμαργα το ξύλο, παράγοντας θερμότητα. Τις κοιτούσα μέχρι που έσβησαν και χάθηκαν. Κάποια στιγμή ένιωσα κάποιον να ρίχνει κάτι ζεστό στους ώμους μου και να με βοηθάει να σηκωθώ. Σαν σε ύπνωση οδηγήθηκα στην κρεβατοκάμαρα όπου έπεσα στο κρεβάτι και έπεσα σε βαθύ ύπνο.

30 Δεκεμβρίου 2015, ώρα 9:12 πμ
  Εκκωφαντικοί θόρυβοι μηχανών με ξύπνησαν. Ζαλισμένη σηκώθηκα και πήγα στο μπάνιο, όπου έκανα την συνηθισμένη μου ρουτίνα. Ο Μιχάλης δεν ήταν στο δωμάτιο όταν επέστρεψα.
   Όταν κατέβηκα κάτω ο Μάρκος, η Καλή και ο Αλέξανδρος έπαιζαν Jenga στο χαλί του σαλονιού, μπροστά από το τζάκι. Ο Μιχάλης ήταν σε ένα παράθυρο και μιλούσε με ένα άντρα ο οποίος είχε ξαπλώσει στο χιόνι για να μας βλέπει από έξω. Το χιόνι δεν φαινόταν να είχε λιώσει καθώς κάλυπτε το παράθυρο εξίσου πολύ με χτες.
«Δεν ξέρω Μιχάλη. Θα πρέπει να δουλέψουμε μέχρι αργά αύριο για να βγάλουμε όλο τον πάγο. Μάλλον θα αλλάξουμε μαζί τον παλαιό χρόνο», είπε ο άντρας. Φαινόταν να έχει μια οικειότητα με τον Μιχάλη πράγμα που δεν θα έπρεπε να με παραξενεύει. Από όσο ξέρω δεν είναι πρώτη φορά που εγκλωβίζεται μέσα στο σπίτι εξαιτίας του χιονιού. Ο άντρας φαινόταν να είναι περίπου σαράντα χρονών με κοντό μαύρο μαλλί και μούσι.
«Καλημέρα», είπα διστακτικά και πλησίασα.
«Καλημέρα Ελίνα», είπε ο Μιχάλης και με φίλησε στο μέτωπο. «Κώστα. Να σε συστήσω. Αυτή είναι η κοπέλα μου, η Ελίνα. Ελίνα, αυτός είναι ο Κώστας. Παλιός φίλος του παππού μου».
«Τι κάνετε κυρία μου? Μην αντηχείτε θα σας βγάλουμε αύριο. Λοιπόν θα σας ενημερώσω αν έχουμε κάποια πρόοδο», είπε ο Κώστας και σηκώθηκε. Μπορούσα να δω μόνο τις αρβύλες του καθώς απομακρυνόταν.
«Γιατί δεν με ξύπνησες?», ρώτησα τον Μιχάλη και τύλιξα τα χέρια μου γύρω του.
«Ήσουν γαλήνια. Δεν ήθελα να σου απαρνηθώ την ηρεμία σου. Εξάλλου, είσαι όμορφη όταν κοιμάσαι», είπε και με φίλησε. «Πάμε να κάτσουμε με τους υπόλοιπους?», ρώτησε και, όταν έγνεψα καταφατικά, με οδήγησε στο σαλόνι.
  Μπήκαμε την ώρα που ο Μάρκος τράβηξε ένα κουτάκι από τον πύργο του παιχνιδιού και ο πύργος έπεσε διαλυμένος στο πάτωμα με ένα δυνατό κρότο.
30 Δεκεμβρίου 2015, ώρα 12:43 μμ
  Η φωτιά έκαιγε και ζέσταινε το δωμάτιο. Όλη η παρέα ήταν πια στο σαλόνι και παίζαμε ένα παιχνίδι δικιάς μου εφεύρεσης, το οποίο είναι κατά την γνώμη μου γελοίο, ονόματι Αλήθεια ή Αλήθεια. Είδατε? Σας το είπα ότι είναι βλακώδες.
«Λοιπόν, Αλέξανδρε! Τι είναι το πιο αηδιαστικό πράγμα που έχεις βάλει στο στόμα σου?», ρώτησε η Μαρία και έσκυψε μπροστά περιμένοντας με ενδιαφέρον την απάντηση.
«Ε, έχω γλύψει ρόδα αυτοκινήτου. Μετράει?», απάντησε και ανασήκωσε τους ώμους. «Μην ανησυχείς. Ήμουν μόνο εννιά χρονών και με προκάλεσαν».
  Η Μαρία ανασήκωσε τα φρύδια και φάνηκε σαν να ήθελε να προσθέσει κάτι, αλλά αποφάσισε εναντίον του.
«Σειρά σου να ρωτήσεις», του είπε απλά και έγειρε προς τα πίσω στηρίζοντας το βάρος της στις παλάμες τις.
«Ελίνα! Είχες ποτέ σου κοντινή επαφή με κάποιον σε αυτή την παρέα στο παρελθόν?», με ρώτησε διστακτικά.
  Στο άκουσμα της ερώτησης έχασα το χρώμα μου. Το βλέμμα μου στράφηκε στον Γιώργο και κατάπια δυνατά. Δεν σήμαινε κάτι για μένα αλλά δεν το είχα πει στο Μιχάλη και φοβόμουν  για το πώς θα αντιδράσει.
«Χμ, ναι. Πριν τέσσερα χρόνια. Για μία βδομάδα, με τον… Γιώργο», είπα και κοίταξα τον Μιχάλη. Τα κορίτσια και ο Γιώργος δεν εκπλάγηκαν από την απάντηση μου διότι το ήξεραν ήδη.
Ο Μιχάλης σηκώθηκε αργά και κατευθύνθηκε στην κουζίνα.
«Ελίνα να σου μιλήσω για ένα λεπτό?», είπε με δυνατή φωνή από το άλλο δωμάτιο και πήγα να τον βρω.
  Καθόταν σε ένα τραπέζι και κρατούσε στα χέρια του μια κούπα με κάτι ζεστό. Βολεύτηκα σε μια θέση απέναντι του και τον κοίταξα περιμένοντας να μου μιλήσει. Έκανε ένα μορφασμό και ήπιε λίγο από το ποτό του.
«Πότε σκόπευες να μου πεις ότι ο Γιώργος είναι ο πρώην σου?», ρώτησε συγκρατημένα χωρίς να με κοιτάξει.
«Μιχάλη, δεν… δεν το σκέφτηκα. Δεν το ανέφερα γιατί δεν σημαίνει κάτι για μένα. Εγώ η ίδια το είχα ξεχάσει μέχρι που με ρώτησε ο Αλέξανδρος», απάντησα ειλικρινά και τα μάτια του βρήκαν τα δικά μου. Στα μάτια του είδα καθαρά την ενόχληση του αλλά δεν έκανε κάτι για να την εκφράσει. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι και χωρίς να πει τίποτα παραπάνω σηκώθηκε και επέστρεψε στο σαλόνι.

30 Δεκεμβρίου 2015, ώρα 4:02 μμ
«Δεν θα μου μιλήσεις?», ρώτησα τον Μιχάλη από την μια άκρη του κρεβατιού.
  Ήμασταν στην κρεβατοκάμαρα, ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, και δεν μιλούσαμε. Μάλλον, δεν μου μιλούσε εκείνος.
«Τι θες να πω Ελίνα?», μου απάντησε ξεψυχισμένα και γύρισε το κεφάλι του για να με κοιτάζει.
«Ότι είσαι θυμωμένος», είπα και γύρισα στο πλάι, στηρίζοντας το βάρος μου στον αγκώνα μου και το πρόσωπο μου στην γροθιά μου.
«Δεν είμαι θυμωμένος», ψιθύρισε.
«Τότε?», τον ρώτησα και σύρθηκα κοντά του.
«Απλό. Δεν ξέρω τι πρέπει να νιώσω για αυτό», απάντησε και χούφτωσε το μάγουλο μου στην ζεστή παλάμη του. Φίλησα το χέρι του και έθαψα το πρόσωπο μου στον ώμο του.
«Μπορούμε να το ξεχάσουμε, σε παρακαλώ?», ψιθύρισα και σαν απάντηση με φίλησε.
30 Δεκεμβρίου 2015, ώρα 10:32 μμ
«Είναι θυμωμένος ο Μιχάλης?», ρώτησε διατάχτηκα η Αναστασία.
  Καθόμασταν σε ένα δωμάτιο της έπαυλης το οποίο έπρεπε να ήταν γραφείο. Βιβλία και ράφια με χαρτιά και φακέλους στόλιζαν τους τοίχους. Επίσης υπήρχε ένα μεγάλο γραφείο κοντά στο παράθυρο. Έξω μπορούσα να δω μηχανήματα να δουλεύουν, όσο μπορούσα και να τα ακούσω. Δηλαδή λίγο. Οι εργασίες έπρεπε να γίνονταν στην άλλη μεριά του οικόπεδου. Εγώ και τα κορίτσια καθόμασταν στο χαλί μπροστά από την έδρα και είχαμε ανάψει φωτιά στο τζάκι που ήταν κοντά μας.
«Όχι. Δεν νομίζω. Δεν φαινόταν δηλαδή θυμωμένος πριν στην κρεβατοκάμαρα», είπα και καθώς ολοκλήρωνα την πρόταση μου χαμογέλασα πονηρά.
«Χμ… ναι. Εγώ άκουσα αρκετά», είπε η Μαρία και σήκωσε ψηλά τα χέρια.
«Ελίνα, σοβαρά το λέω», επίμεινε η Αναστασία.
«Σου είπα, δεν ξέρω! Πες μου σε παρακαλώ πως δεν οφείλετε σε ενοχές η επιμονή σου», είπα και έψαξα στα μαύρα μάτια της για την απάντηση. Έσκυψε το κεφάλι και κοίταξε το πάτωμα. Με τα χέρια της έπιασε μια κλωστή από το χαλί και άρχισε να παίζει. «Αναστασία, νόμιζα ότι το είχαμε ξεπεράσει αυτό. Ήταν πριν χρόνια! Δεν έχει σημασία πια. Έχω τον Μιχάλη τώρα. Σου μίλησα για τα όνειρα. Νόμιζα ότι είχες σταματήσει να νιώθεις έτσι», πρόσθεσα και κούνησα το κεφάλι μου.
«Τότε όμως ο Γιώργος ήταν για σένα ένα μελαχρινός άντρας που έμοιαζε πάρα πολύ με εκείνον στα όνειρα σου», είπε θλιμμένα η Αναστασία και γύρισε το βλέμμα της σε εμένα.
  Η αλήθεια είναι πως ο Γιώργος όταν τον γνώρισα έμοιαζε πάρα πολύ με τον κοκκινομάλλη άντρα που ονειρευόμουν. Με την διαφορά ότι δεν είχε μούσι και ήταν μελαχρινός. Το γεγονός ότι το είπε φωναχτά με ταρακούνησε λίγο. Μια άχαρη σιγή γέμισε το δωμάτιο και καμία δεν μίλησε. Η Καλή και η Μαρία φαινόταν σαν να προτιμούσαν να ήταν αλλού, που μάλλον αυτή ήταν η περίπτωση.
«Αναστασία… δεν έχει πια σημασία για μένα αυτό. Το ξέρεις αυτό πιστεύω. Ίσως τότε να ήταν έτσι. Τώρα δεν είναι. Χρωστάω αιώνια ευγνωμοσύνη στην Μαρία που μου γνώρισε τον Μιχάλη. Αλλά και να μην τον είχα γνωρίσει, δεν θα άλλαζε κάτι. Δεν πρέπει να νιώθεις έτσι πια. Σε παρακαλώ!», της είπα και πλησιάζοντας την, χούφτωσα τα χέρια της στα δικά μου και την κοίταξα στα μάτια.
«Θα προσπαθήσω Ελίνα. Το πρόβλημα είναι ότι χρόνια προσπαθώ», είπε και χαμήλωσε το βλέμμα της. Τράβηξε τα χέρια της και αγκάλισε τον εαυτό της από τους αγκώνες. Για μια στιγμή νόμιζα πως την άκουσα να ψιθυρίζει πάλι, θα προσπαθήσω, και την τύλιξα στα χέρια μου.
«Σε ευχαριστώ», της είπα και αφήνοντας την γύρισα στην θέση μου.
31 Δεκεμβρίου 2015, ώρα 11:53 πμ
  Μια γνωστή μυρωδιά γέμισε τα ρουθούνια μου και τα χείλη κάποιου φίλησαν το μέτωπο μου. Τυφλά τύλιξα τα χέρια μου γύρω από το πρόσωπο του Μιχάλη και τον φίλησα.
«Καλημέρα», είπα στα χείλη του, το πρόσωπο του ακόμα στις παλάμες μου.
«Καλημέρα», ψιθύρισε και τον ένιωσα να χαμογελάει.
«Λοιπόν, έχουμε ζεστό νερό και το ηλεκτρικό επαναφέρθηκε. Σκεπτόμουν ότι ίσως θα ήθελες να κάνουμε μαζί μπάνιο», πρότεινε και με φίλησε πάλι.
«Μα δεν μπορώ να σου αρνηθώ τίποτα, όταν μου το ζητάς τόσο ευγενικά», του απάντησα και ξεγλιστρώντας από τα χέρια του σηκώθηκα και κατευθύνθηκα προς το μπάνιο. Στο δρόμο άφηνα ένα-ένα τα ρούχα μου να πέσουν στο πάτωμα και πριν περάσω το κατώφλι της πόρτας έριξα μια γρήγορη μάτια πίσω από τον ώμο μου και ο Μιχάλης με κοιτούσε προσηλωμένος.
«Έρχεσαι?», ρώτησα παιχνιδιάρικα και του έκλεισα το μάτι.
«Ε… ναι! Φυσικά!», απάντησε και κούνησε το κεφάλι σαν να ήθελε να ξυπνήσει από ένα είδος ύπνωσης. Ύστερα μου χαμογέλασε πονηρά και μπήκε μαζί μου στην μπανιέρα.
31 Δεκεμβρίου 2015, ώρα 1:34 μμ
  Στο ισόγειο, όταν κατέβηκα, όλοι μου οι φίλοι ήταν καταπιασμένοι με κάτι. Η Καλή μαζί με τον Αλέξανδρο διακοσμούσαν το σαλόνι και την κουζίνα, η Αναστασία και ο Μάρκος μάζευαν ποτά και τα οργάνωναν σε ένα μικρό μπαρ στο σαλόνι. Η Μαρία μαγείρευε και ο Γιώργος οργάνωνε την μουσική διασκέδαση.
«Νομίζω θα πάω να βοηθήσω την Μαρία στην κουζίνα. Θα είσαι εντάξει να δουλεύεις με τον Γιώργο?», ρώτησα διστακτικά και κοίταξα στα καστανά του μάτια.
«Νομίζω πως ναι. Δεν έχω κάτι εναντίον του. Το είπες και μόνη σου, δεν έχει σημασία πια. Ήταν πριν χρόνια. Εξάλλου…», είπε και χαμογέλασε. «Τώρα ανήκεις σε εμένα». Με φίλησε και κατευθύνθηκε προς το μέρος όπου ήταν ο Γιώργος.
«Και εσύ σε εμένα», μουρμούρισα πιο πολύ στον εαυτό μου παρά σε εκείνον και μπήκα στην κουζίνα.
  Γλυκές μυρωδιές με χτύπησαν στην μύτη και πλησίασα να δω τι ήταν στην κατσαρόλα.
«Ελίνα! Επιτέλους! Λοιπόν, θα μπορούσες να φτιάξεις ένα από τα ωραία γλυκά σου? Βασικά, κάνε τα δύο… μάλλον τρία. Φτιάξε όσα μπορείς», είπε τελικά η Μαρία και μου έδειξε μερικά ντουλάπια στην άλλη άκρη της κουζίνας.
  Τα ντουλάπια είχαν μέσα κάθε λογής υλικά και δεν μπορούσα να καταλήξω σε τι θα φτιάξω πρώτα. Πήρα λίγο αλεύρι, μερικά αυγά, γάλα και πιπερόριζα. Μπισκότα ήταν ένα καλό σημείο να αρχίσω. Ύστερα ίσως να φτιάξω ένα χριστουγεννιάτικο κορμό με Baileys και βασιλόπιτα φυσικά και…
31 Δεκεμβρίου 2015, ώρα 5:19 μμ
«Λοιπόν αν καταφέρουν και μας βγάλουν πριν τα μεσάνυχτα θα ήταν, πιστεύω συνετό να καλέσουμε του εργάτες και τον Κώστα να φάνε μαζί μας», είπα στο Μιχάλη καθώς πλησιάζαμε ένα από τα παράθυρα.
  Αρκετό χιόνι είχε αφαιρεθεί και μπορούσαμε πια να ανοίξουμε τα παράθυρα. Η πόρτα όμως δεν κουνιόταν ακόμα. Ο Κώστας περίμενε και είχε γείρει στο περβάζι.
«Καλησπέρα! Έχω καλά νέα. Άμα συνεχίσουμε με αυτό τον ρυθμό, μέχρι τα μεσάνυχτα θα έχουμε απεγκλωβίσει το σπίτι και θα είστε και πάλι ελεύθεροι να βγείτε έξω», είπε και μας χαμογέλασε. Κοίταξα τον Μιχάλη και όταν κούνησε καταφατικά το κεφάλι του  μίλησα.
«Λοιπόν, σκεπτόμασταν ότι εφόσον κάνατε τον κόπο να μας βοηθήσετε πρωτοχρονιάτικα, θα ήταν συνετό να κάναμε μαζί πρωτοχρονιά», είπα διστακτικά και ανακουφίστηκα όταν γέλασε.
«Φυσικά. Θα ήταν τιμή μου. Να φανταστώ η πρόσκληση είναι και για τους εργάτες μου?», ρώτησε και ανασήκωσε το φρύδι του.
«Μα ναι! Δεν θα ήταν δίκαιο αν καλούσαμε μόνο εσάς», απάντησα και του χαμογέλασα.
«Ωραία. Μην χάνουμε καιρό. Θα τα πούμε τα μεσάνυχτα!», είπε και έφυγε από το παράθυρο.
  Το βλέμμα μου γύρισε στο Μιχάλη ο οποίος με κοιτούσε με θαυμασμό και αγάπη. Τύλιξα τα χέρια μου γύρω από την μέση του και τον φίλησα.
«Φαίνεσαι ευχαριστημένος!», του είπα.
«Είμαι», μου απάντησε και σκύβοντας ανταπέδωσε το φιλί.
  Αφέθηκα στο μεθυστικό του άρωμα και την γλυκιά ζέστη που πρόσφερε το σώμα του, απολαμβάνοντας το φως του ήλιου που έδυε στα βουνά της Πάρνηθας. Ένα φως που πια μπορούσα να δω, διότι δεν ήμασταν πια εγκλωβισμένοι. Ήμασταν ελεύθεροι. Ε… σχεδόν.
31 Δεκεμβρίου 2015, ώρα 11:43 μμ
  Η φωτιά έκαιγε ζεστή στο τζάκι και το πορτοκαλί φως από τα κρεμαστά φωτιστικά στο ταβάνι έδιναν στην ατμόσφαιρα έναν γιορτινό τόνο. Οι τοίχοι ήταν στολισμένοι και όλοι φορούσαμε μικρά μαύρα πλαστικά καπελάκια που έλεγαν πάνω 2016. Ποτά είχαν τεθεί πάνω στο μπαρ και όλοι απολαμβάναμε καθημερινές, φιλικές συζητήσεις.
«Ναι, το καλό που σου θέλω! Δεν μαγειρεύαμε με την Μαρία όλο το απόγευμα για το τίποτα», είπα προσποιώντας την θιγμένη.
«Δεν το ήξερα ότι είσαι τόσο καλή ηθοποιός!», μου είπε ο Μιχάλης παιχνιδιάρικα.
«Μμ, κορόιδεψε όσο θες. Ξέρεις ότι αν ήθελα να πιστέψεις ότι είχα εκνευριστεί θα το έκανα», είπα και του έβγαλα την γλώσσα. Εκείνος απλά γέλασε και αγκαλιάζοντας με, με φίλησε. Τα χείλη του ήταν δροσερά και μπορούσα να γευτώ την σαμπάνια που είχε πιει πριν λίγο.
  Δύο λεπτά πριν τα μεσάνυχτα οι πνιγμένοι από την μουσική μας ήχοι τον οχημάτων σταμάτησαν. Ύστερα από λίγο χτύπησε το κουδούνι και όταν ανοίξαμε την πόρτα όλο το χιόνι είχε καθαριστεί. Ο Κώστας και οι εργάτες του στέκονταν στο κατώφλι της πόρτας, ντυμένοι κομψά, και ήταν όλοι τους χαμογελαστοί. Δεν τους μέτρησα αλλά πρέπει να ήταν έξι μαζί με τον Κώστα.
«Αργήσαμε?», ρώτησε ο Κώστας και γελώντας έδωσε το χέρι του στον Μιχάλη.
  Ανταλλάξαμε μερικές χειραψίες με τους υπόλοιπους και μπήκαμε στο σπίτι.
«Λοιπόν, πάνω στην ώρα ήρθατε. Αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση», είπε η Μαρία στους εργάτες και τους πρόσφερε ποτά.
«10», φωνάξαμε όλοι μαζί. «9, 8, 7, 6, 5, 4, 3, 2, 1…»
«0», ουρλιάξαμε όλοι και αρχίσαμε να ανταλλάσσουμε φιλιά, αγκαλιές και ευχές.
  Όταν ευχήθηκα σε όλους βρήκα τον Μιχάλη και εκείνος με πήρε στα χέρια του και με σήκωσε ψηλά κάνοντας με σβούρες. Με φίλησε με την αγάπη που ξέρω ότι μοιραζόμαστε και μετά μου χαμογέλασε.
«Κύριες και κύριοι, παρακαλώ πλησιάστε στο τζάκι», είπε η Μαρία με επίσημο τόνο. Πήραμε όλοι τα ποτήρια μας, γεμάτα πια με σαμπάνια, και πλησιάσαμε.
«Όπως στο τέλος κάθε μεγάλου γεγονότος ή διακοπών, θέλω να κάνω μια πρόποση», είπε με δυνατή φωνή και σήκωσε ψηλά το ποτήρι της. «Ξέρω πως οι διακοπές που έχουμε κάνει τελευταία ήταν, εν μέρει, καταστροφικές και τραγικές, αλλά μπορώ να πω περήφανα ότι ήταν και οι καλύτερες τις ζωής μου. Μόνο… Μιχάλη? Μην με παρεξηγήσεις όταν πω ότι δεν θέλω να ξαναπάω διακοπές σε βουνό», είπε και όλοι γελάσαμε. Ο Μιχάλης ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα και ύστερα έκλεισε το μάτι στην Μαρία.
  Τσουγκρίσαμε όλοι ποτήρια και το δωμάτιο γέμισε με τους καμπανιστούς ήχους των κρυστάλλων που χτυπούσαν μεταξύ τους και γέλιο.  

ΤΕΛΟΣ