Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Ο ΦΡΟΥΡΟΣ- Ο κληρονόμος Κεφάλαιο 1



Ο ΦΡΟΥΡΟΣ
Ο κληρονόμος
1
  Ήταν ένα κρύο πρωινό και ο Τζέιμς ήταν στον δρόμο.Του άρεσε να κάνει ποδήλατο ως το σχολείο. Όταν ο πατέρας του πέθανε το ποδήλατο ήταν, όπως ανακάληψε, ένας τρόπος να αδιάζει το κεφάλι του από κάθε σκέψη και να νιώθει ελεύθερος. Ήταν επίσης καλή άσκηση.
  Τώρα ο Τζέιμς ζούσε στο σπίτι με την μητέρα του, Αμίλια, και τον μικρό του αδερφό, Μάικλ. Το σπίτι του ήταν, όμως, ιδιαίτερο. Το έχτισε ο πατέρας του πριν μόλις δεκαέξι χρόνια, όταν ο Τζέιμς γεννήθηκε, όμως το στύλ στο οποίο χτίστηκε ανήκει στο 17ο αιώνα. Του Τζέιμς του φαινόταν παλιό, αρχαίο, αλλά παρ’ όλα αυτά αρχοντικό.
*
  Η σχολική μέρα είχε τελειώσει και ο Τζέιμς γύριζε σπίτι. Στην επιστροφή είχε περάσει από το παλιό του δημοτικό για να πάρει τον αδερφό του. Το πρωί τον άφηνε, τον Μάικλ, η μητέρα τους στον δρόμο για την δουλειά της. Ήταν νοσοκόμα, οπότε ο Τζέιμς έπρεπε να προσέχει τον μικρό του αδερφό αρκετά συχνά. Το σχολείο του ήταν μόλις ένα τέταρτο απόσταση από το σπίτι του με το ποδήλατο και είχε διανύσει είδη την μισή.
«Τζέιμς, τι θα φάμε σήμερα?», ρώτησε ο οχτάχρονος Μάικλ. Το στομάχι του γουργούρισε δυνατά, δίχνοντας ακριβώς πόσο πεινασμένος ήταν.
«Δεν ξέρω, ίσως φτειάξω μακαρόνια, αλλά-», είπε ο Τζέιμς και σταμάτησε απότομα το ποδήλατο.
«Τι έγινε αδελφούλη? Γιατι σταμάτησες?», ρώτησε το αγόρι που τον κρατούσε από την μέση.
«Το ακούς αυτό Μάικ? Ακούγεται σαν-», είπε ο Τζέιμς σταματόντας στην τελευταία λέξη.
«Ένα μεγάλο πουλί», είπε δυνατά ο Μάικλ.
«Μην γίνεσαι γελίος», είπε γελόντας το αγόρι.
«Όχι! Κόιτα πίσω! Ένα μεγάλο πουλί», φωναξε πάλι ο μικρός. Ο Τζέιμς κοίταξε πάνω από τον ώμο του και κάτι μεγάλο κατέβαινε προς το μέρος τους από τον ουρανό.  Ήλιος δεν του επέτρεψε να δεί καθαρά, όμως αυτό που είδε δεν ήταν πουλί. Έβαλε τα πόδια του στα πετάλια και έσπρωξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Το ποδήλατο έφυγε με απότομη εκίνηση και πετάχτηκε μπροστά με μεγάλη ταχύτητα κάνοντας το αγόρι από πίσω του να ουρλιάξει.
*
  Η πόρτα έκλεισε με ένα δυνατό χτύπο πίσω από τον Τζέιμς. Κατάφερε να κάνει την υπόλοιπη διαδρομή ως το σπίτι στον μισό χρόνο. Στην βιασύνη του όμως χτύπησε ένα-δύο σκύλους και παραλίγο να χτυπήσει και μια ηλικιομένη κυρία. Ο αδερφός του ούρλιαζε καθ’ όλη την διάρκεια και τώρα η φωνή του είχε κλήσει.
«Είσαι σίγουρος πώς κλείδωσες την πόρτα Μάικ?», ρώτησε τον μικρό του αδερφό, ο οποίος απλά μούγκρισε σαν απάντηση.
«Θα το εκλάβω ως ναι», είπε ο Τζέιμς και άφησε τον εαυτό του να γελάσει για λίγο. Το ιπτάμενο πλάσμα δεν είχε σταματήσει να τους κυνηγάει και ο Τζέιμς ήταν σίγουρος πως άμα κοίταγε έξω θα ήταν ακόμα εκεί. Αφού κλείδωσε τον κάτω όροφο του σπιτιού, είπε στον Μάικλ να κάτσει στο σαλόνι και εκείνος ανέβηκε στον δεύτερο όροφο. Στο δωμάτιο του είχε ένα μπαστούνι του μπέις-μπολ, που πήγαινε τώρα να πάρει, σαν όπλο. Άνοιξε την πόρτα του δωματίου του και ένα δυνατό φως τον τύφλωσε.

*
  Η όραση του ήταν ακόμα θολή από το φώς όταν ξεχώρισε δύο φιγούρες στο δωμάτιο του. Όταν το τοπίο άρχισε να φαίνεται πιο καθαρά αντιλήφθηκε ότι οι δύο παρουσίες είχαν φτερά και κοκάλωσε. Λίγα δευτερόλεπτα μετά το ένστικτο τέθηκε σε λειτουργία και τρέχοντας στην κοντινότερη γωνία άρπαξε το ρόπαλο του από ‘κει που ήταν ακουμπισμένο.
«Ποιοι είστε και πώς μπήκατε στο σπίτι μου?», ρώτησε ο Τζέιμς, ο θυμός έντονος στην φωνή του.
  Οι δύο άντρες μπροστά του απλά τον κοίταξαν ανέκφραστοι. Όταν η αδρεναλίνη του υποχώρησε μπόρεσε να μελετήσει τους δύο άντρες καλύτερα. Ο ένας είχε χρυσαφένια μαλλιά, μάτια και φτερά μεγάλα, μακριά έως το πάτωμα. Ο διπλανός του, που θα μπορούσε να ήταν δίδυμος αδελφός του, είχε τα ίδια χαρακτηρίστηκα αλλά κόκκινα, στο χρώμα του αίματος. Ήταν ψηλοί με σγουρά μαλλιά και εμφανώς γυμνασμένοι.
«Είστε… είστε άγγελοι?», ρώτησε διστακτικά ο Τζέιμς, ο ίδιος αμφέβαλε, όμως έσφιξε την λαβή του στο ρόπαλο για σιγουριά.
«Χαχαχαχα, όχι! Το άκουσες Λάιζαρ? Πιστεύει ότι ήμαστε άγγελοι!», είπε ο άντρας με τα χρυσαφένια χαρακτηριστικά, γελώντας, στον διπλανό του.
«Το άκουσα Τέλεμπορ», είπε ο Λάιζαρ ατάραχος.
«Λοιπόν, νεαρέ κύριε, μπήκαμε από το παράθυρο που τόσο βολικά άφησες ανοιχτό. Όσο για το ποιοι ήμαστε… αυτό είναι λίγο πιο πολύπλοκο.» , είπε ο Τέλεμπορ χαμογελώντας. «Είσαι μήπως ο Τζέιμς Γκέραλντφερν?»
«Ε… ναι. Αλλά τι σημασία έχει αυτό? Δεν είχατε κανένα δικαίωμα να εισβάλετε στο σπίτι μου!», είπε ο Τζέιμς χαλαρώνοντας την λαβή του στο ρόπαλο. «Και γιατί. Δεν. Φοράτε. Μπλούζες!?»
«Συγγνώμη μα η κατάσταση είναι επείγουσα. Την επόμενη φορά θα χτυπήσουμε την πόρτα», είπε ο ξανθός άντρας. «Στο είπα ότι έπρεπε να βάλουμε τα πουκάμισα Λάιζαρ.»
  Ο Τέλεμπορ, παρατήρησε ο Τζέιμς, χαμογελούσε πάντα, ενώ ο Λάιζαρ ήταν ανέκφραστος και σοβαρός.
«Ήμαστε Φορείς δυνάμεων και εσύ Τζέιμς Γκέραλντφερν, όπως ο πατέρας σου πριν από ‘σένα, πρέπει να ανταπεξέλθεις στον κίνδυνο και λάβεις τον ρόλο σου σαν Φρουρός», είπε ο Λάιζαρ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: