Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

Ο Φρουρός-Ο κληρονόμος Κεφάλαιο 2



2
  «Τι είναι αυτές οι ασυναρτησίες? Ο πατέρας μου ήταν ένας απλός εργολάβος. Κοιτάξτε… δεν ξέρω ποιοι είστε και δεν με νοιάζει! Φύγετε και πάρτε και τον άλλο φτερωτό φίλο σας που είναι απέξω μαζί σας», είπε ο Τζέιμς και σήκωσε το ρόπαλο σε ύψος βολής.
«Νεαρέ είσαι αυθάδης. Το να είσαι φρουρός από κληρονομιά είναι προνόμιο που λίγοι έχουν και θα ήταν αφελής εκ μέρους σου να το απορρίψεις», είπε ο Λάιζαρ, η φωνή του εκκωφαντική στα αυτιά του αγοριού.
«Δεν είναι πιθανά αυτά που λέτε. Δεν είναι δυνατόν. Ούτε μπορείτε να το αποδείξετε»,  είπε ο Τζέιμς αντιγράφοντας το ύψος και τον τόνο του Κοκκινομάλλη άντρα μπροστά του. Για μια περίεργη στιγμή ένιωσε περηφάνια, αλλά στην σκέψη αυτή και μόνο του ήρθε να βάλει τα γέλια.
«Το σπίτι το έχει φτιάξει ο πατέρας σου. Είναι ειδικά φτιαγμένο για να εμποδίζει εισβολές με μια προστατευτική αύρα, τουλάχιστον για λίγο. Όχι θα το ήξερες αυτό. Αν δεν κάνω λάθος, ο Κορνίλιος, ο πατέρας σου χρησιμοποιούσε το υπόγειο σαν γραφείο στο οποίο και πέρναγε την περισσότερη ώρα. Επίσης έκανε συχνά ταξίδια και σου υπενθύμιζε συχνά να μην ψάχνεις τα πράγματα του. Είπα κάτι λάθος?», είπε ο Λάιζαρ αποφασισμένα.
«Όχι!», είπε το αγόρι εκπνέοντας ηχηρά και χαμηλώνοντας το ρόπαλο στα πλευρά του.
«Λοιπόν, τι λέτε να πάμε όλοι μαζί στο υπόγειο να σου δείξουμε, Τζέιμς, και εσένα την Κρύπτη?», είπε ο Τέλεμπορ προσπαθώντας να ανεβάσει το κέφι.
«Εντάξει!», είπαν με μια φωνή ο Τζέιμς και ο Λάιζαρ.
*
  Η πόρτα έτριξε όταν την άνοιξε ο Τζέιμς. Δεν είχε μπει στο γραφείο του πατέρα του από τότε που πέθανε. Ούτε η μητέρα του έμπαινε ποτέ, ούτε ο αδελφός του. Σκόνη στόλιζε τώρα τα έπιπλα του δωματίου.
«Αυτό είναι το γραφείο. Δεν είναι και πολύ καθαρό… Τι είπατε ότι πρέπει να βρω, πάλι?», ρώτησε το αγόρι απότομα τους δύο άντρες πίσω του.
«Στην βιβλιοθήκη υπάρχει ένα βιβλίο που μόνο εσύ θα μπορείς να βρεις… τώρα πια τουλάχιστον», είπε ο Λάιζαρ. «Θα ανοίξει την κρύπτη»
«Μου λες ότι θα πρέπει να κουνήσω όλα τα βιβλία δηλαδή!?», είπε ο Τζέιμς κουρασμένος και μόνο στην ιδέα.
«Ρίξε μια ματιά στα βιβλία. Όταν βρεις το σωστό θα το ξέρεις. Είναι προνόμιο που έχουν μόνο κληρονόμοι.», του απάντησε ο άντρας.
  Ο Τζέιμς στάθηκε άχαρα μπροστά από την βιβλιοθήκη και κλείνοντας τα μάτια του πήρε μια βαθιά ανάσα. Το ένστικτο του πήρε τον έλεγχο και το χέρι του άρχισε να κουνιέται. Τα δάχτυλα του έπιασαν ένα βιβλίο και το τράβηξε. Άνοιξε τα μάτια του και η βιβλιοθήκη βυθίστηκε στο έδαφος μπροστά του. Το βιβλίο που είχε τραβήξει είχε γλίστρησε μαζί με την βιβλιοθήκη στο πάτωμα αλλά ήξερε πιο ήταν.
«Το ημερολόγιο ενός κυνηγού.», σκέφτηκε φωναχτά.
«Τι?», ρώτησε ο Τέλεμπορ.
«Το βιβλίο που τράβηξα. Μου το διάβαζε ο πατέρας μου όταν ήμουνα μικρός», είπε ο Τζέιμς έκπληκτος.
«Τι συγκινητικό! Η κρύπτη είναι κάτω. Βλέπεις την σκάλα μπροστά σου? Αν ναι, κατέβα κάτω. Αν όχι, τότε ίσως θα ήθελες να σου κοιτάξουν τα μάτια», είπε ο Λάιζαρ ειρωνεύοντας τον. Ο Τζέιμς τον κοίταξε και θα τον αποκαλούσε άσχημα ονόματα αν ο Τέλεμπορ δεν τον σταματούσε. Ο ξανθός άντρας του έδωσε ένα συμπονετικό χαμόγελο και ένα ύφος που έλεγε, ξέρω πως νιώθεις! Ζω με αυτόν τον τύπο.
*
  Το δωμάτιο ήταν κατάλευκο και φωτιζόταν από ένα φως που, κανείς θα έλεγε, προερχόταν από όλη την επιφάνεια του ταβανιού. Ράφια με αντικείμενα και όπλα όλων των ειδών καθώς και βιβλία στόλιζαν όλους του τοίχους. Στο κέντρο της αίθουσας υπήρχε ένας τεράστιος πάγκος εργασίας που φαινόταν σαν να έβγαινε από το έδαφος. Στην επιφάνεια του υπήρχαν σχέδια με εξωπραγματικές ζωγραφιές και ονόματα.
«Μας πιστεύεις τώρα νεαρέ φρουρέ?», ρώτησε ο Λάιζαρ.
«Ναι», είπε απλά ο Τζέιμς και άρχισε να εξερευνά το δωμάτιο με δέος.
«Δεν είναι ωραίο?! Έλα Τζέιμς θα σου δείξω το αγαπημένο μου-», άρχισε να λέει ο Τέλεμπορ ενθουσιασμένα αλλά σταμάτησε όταν ο άλλος άντρας κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.
«Και να ήθελα να σας βοηθήσω δεν ξέρω πως!», είπε ο Τζέιμς εξουθενωμένος. Το δέος που ένιωθε πριν είχε αντικατασταθεί να απορία και ενόχληση. Προσπάθησε να βρει κάτι στην συμπεριφορά του πατέρα του που να πρόδιδε την αληθινή δουλειά του. Δεν βρήκε καμία, εκτός από το ότι πέρναγε πολλές ώρες στο γραφείο του ανενόχλητος.
«Θα μάθεις με τον καιρό. Όχι ότι έχεις πολύ αλλά… Τέλος πάντων. Μάθε πως δεν είναι η πρώτη μας φορά εδώ. Το σπίτι σας είναι φτιαγμένο για την προστασία όσων είναι μέσα. Ο πατέρας σου επιθεωρούσε την πόλη και… έδιωχνε ανεπιθύμητους επισκέπτες. Επίσης ήταν καταφύγιο για φορείς δυνάμεων σαν εμάς. Αλλά για αυτό τον σκοπό υπάρχει η σοφίτα», εξήγησε ο Λάιζαρ.
«Τι?», ρώτησε στο άκουσμα της σοφίτας το αγόρι. «Άστο, δεν πειράζει. Δεν υπάρχει κάποιος άλλος φρουρός να με βοηθήσει τουλάχιστον? Μόνος δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να κάνω κάτι». Η απελπισία του άρχισε να φαίνεται και κρύος ιδρώτας έτρεχε από το μέτωπο του.
«Υπάρχουν βιβλία στο τοίχο στα δεξιά σου, αλλά… Θα χρειαστείς σίγουρα βοήθεια και νομίζω ξέρω τον κατάλληλο υποψήφιο»
«Ωραία. Πως θα τον βρω?», ρώτησε βιαστικά ο Τζέιμς.
«Αυτό άστο σε εμάς νεαρέ. Έχουμε τους τρόπου μας», είπε ο Λάιζαρ και ο Τέλεμπορ έγνεψε ότι συμφωνούσε.
«Τουλάχιστον πες μου το όνομα του»
«Ελάινα Ριντ»

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Ο ΦΡΟΥΡΟΣ- Ο κληρονόμος Κεφάλαιο 1



Ο ΦΡΟΥΡΟΣ
Ο κληρονόμος
1
  Ήταν ένα κρύο πρωινό και ο Τζέιμς ήταν στον δρόμο.Του άρεσε να κάνει ποδήλατο ως το σχολείο. Όταν ο πατέρας του πέθανε το ποδήλατο ήταν, όπως ανακάληψε, ένας τρόπος να αδιάζει το κεφάλι του από κάθε σκέψη και να νιώθει ελεύθερος. Ήταν επίσης καλή άσκηση.
  Τώρα ο Τζέιμς ζούσε στο σπίτι με την μητέρα του, Αμίλια, και τον μικρό του αδερφό, Μάικλ. Το σπίτι του ήταν, όμως, ιδιαίτερο. Το έχτισε ο πατέρας του πριν μόλις δεκαέξι χρόνια, όταν ο Τζέιμς γεννήθηκε, όμως το στύλ στο οποίο χτίστηκε ανήκει στο 17ο αιώνα. Του Τζέιμς του φαινόταν παλιό, αρχαίο, αλλά παρ’ όλα αυτά αρχοντικό.
*
  Η σχολική μέρα είχε τελειώσει και ο Τζέιμς γύριζε σπίτι. Στην επιστροφή είχε περάσει από το παλιό του δημοτικό για να πάρει τον αδερφό του. Το πρωί τον άφηνε, τον Μάικλ, η μητέρα τους στον δρόμο για την δουλειά της. Ήταν νοσοκόμα, οπότε ο Τζέιμς έπρεπε να προσέχει τον μικρό του αδερφό αρκετά συχνά. Το σχολείο του ήταν μόλις ένα τέταρτο απόσταση από το σπίτι του με το ποδήλατο και είχε διανύσει είδη την μισή.
«Τζέιμς, τι θα φάμε σήμερα?», ρώτησε ο οχτάχρονος Μάικλ. Το στομάχι του γουργούρισε δυνατά, δίχνοντας ακριβώς πόσο πεινασμένος ήταν.
«Δεν ξέρω, ίσως φτειάξω μακαρόνια, αλλά-», είπε ο Τζέιμς και σταμάτησε απότομα το ποδήλατο.
«Τι έγινε αδελφούλη? Γιατι σταμάτησες?», ρώτησε το αγόρι που τον κρατούσε από την μέση.
«Το ακούς αυτό Μάικ? Ακούγεται σαν-», είπε ο Τζέιμς σταματόντας στην τελευταία λέξη.
«Ένα μεγάλο πουλί», είπε δυνατά ο Μάικλ.
«Μην γίνεσαι γελίος», είπε γελόντας το αγόρι.
«Όχι! Κόιτα πίσω! Ένα μεγάλο πουλί», φωναξε πάλι ο μικρός. Ο Τζέιμς κοίταξε πάνω από τον ώμο του και κάτι μεγάλο κατέβαινε προς το μέρος τους από τον ουρανό.  Ήλιος δεν του επέτρεψε να δεί καθαρά, όμως αυτό που είδε δεν ήταν πουλί. Έβαλε τα πόδια του στα πετάλια και έσπρωξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Το ποδήλατο έφυγε με απότομη εκίνηση και πετάχτηκε μπροστά με μεγάλη ταχύτητα κάνοντας το αγόρι από πίσω του να ουρλιάξει.
*
  Η πόρτα έκλεισε με ένα δυνατό χτύπο πίσω από τον Τζέιμς. Κατάφερε να κάνει την υπόλοιπη διαδρομή ως το σπίτι στον μισό χρόνο. Στην βιασύνη του όμως χτύπησε ένα-δύο σκύλους και παραλίγο να χτυπήσει και μια ηλικιομένη κυρία. Ο αδερφός του ούρλιαζε καθ’ όλη την διάρκεια και τώρα η φωνή του είχε κλήσει.
«Είσαι σίγουρος πώς κλείδωσες την πόρτα Μάικ?», ρώτησε τον μικρό του αδερφό, ο οποίος απλά μούγκρισε σαν απάντηση.
«Θα το εκλάβω ως ναι», είπε ο Τζέιμς και άφησε τον εαυτό του να γελάσει για λίγο. Το ιπτάμενο πλάσμα δεν είχε σταματήσει να τους κυνηγάει και ο Τζέιμς ήταν σίγουρος πως άμα κοίταγε έξω θα ήταν ακόμα εκεί. Αφού κλείδωσε τον κάτω όροφο του σπιτιού, είπε στον Μάικλ να κάτσει στο σαλόνι και εκείνος ανέβηκε στον δεύτερο όροφο. Στο δωμάτιο του είχε ένα μπαστούνι του μπέις-μπολ, που πήγαινε τώρα να πάρει, σαν όπλο. Άνοιξε την πόρτα του δωματίου του και ένα δυνατό φως τον τύφλωσε.

*
  Η όραση του ήταν ακόμα θολή από το φώς όταν ξεχώρισε δύο φιγούρες στο δωμάτιο του. Όταν το τοπίο άρχισε να φαίνεται πιο καθαρά αντιλήφθηκε ότι οι δύο παρουσίες είχαν φτερά και κοκάλωσε. Λίγα δευτερόλεπτα μετά το ένστικτο τέθηκε σε λειτουργία και τρέχοντας στην κοντινότερη γωνία άρπαξε το ρόπαλο του από ‘κει που ήταν ακουμπισμένο.
«Ποιοι είστε και πώς μπήκατε στο σπίτι μου?», ρώτησε ο Τζέιμς, ο θυμός έντονος στην φωνή του.
  Οι δύο άντρες μπροστά του απλά τον κοίταξαν ανέκφραστοι. Όταν η αδρεναλίνη του υποχώρησε μπόρεσε να μελετήσει τους δύο άντρες καλύτερα. Ο ένας είχε χρυσαφένια μαλλιά, μάτια και φτερά μεγάλα, μακριά έως το πάτωμα. Ο διπλανός του, που θα μπορούσε να ήταν δίδυμος αδελφός του, είχε τα ίδια χαρακτηρίστηκα αλλά κόκκινα, στο χρώμα του αίματος. Ήταν ψηλοί με σγουρά μαλλιά και εμφανώς γυμνασμένοι.
«Είστε… είστε άγγελοι?», ρώτησε διστακτικά ο Τζέιμς, ο ίδιος αμφέβαλε, όμως έσφιξε την λαβή του στο ρόπαλο για σιγουριά.
«Χαχαχαχα, όχι! Το άκουσες Λάιζαρ? Πιστεύει ότι ήμαστε άγγελοι!», είπε ο άντρας με τα χρυσαφένια χαρακτηριστικά, γελώντας, στον διπλανό του.
«Το άκουσα Τέλεμπορ», είπε ο Λάιζαρ ατάραχος.
«Λοιπόν, νεαρέ κύριε, μπήκαμε από το παράθυρο που τόσο βολικά άφησες ανοιχτό. Όσο για το ποιοι ήμαστε… αυτό είναι λίγο πιο πολύπλοκο.» , είπε ο Τέλεμπορ χαμογελώντας. «Είσαι μήπως ο Τζέιμς Γκέραλντφερν?»
«Ε… ναι. Αλλά τι σημασία έχει αυτό? Δεν είχατε κανένα δικαίωμα να εισβάλετε στο σπίτι μου!», είπε ο Τζέιμς χαλαρώνοντας την λαβή του στο ρόπαλο. «Και γιατί. Δεν. Φοράτε. Μπλούζες!?»
«Συγγνώμη μα η κατάσταση είναι επείγουσα. Την επόμενη φορά θα χτυπήσουμε την πόρτα», είπε ο ξανθός άντρας. «Στο είπα ότι έπρεπε να βάλουμε τα πουκάμισα Λάιζαρ.»
  Ο Τέλεμπορ, παρατήρησε ο Τζέιμς, χαμογελούσε πάντα, ενώ ο Λάιζαρ ήταν ανέκφραστος και σοβαρός.
«Ήμαστε Φορείς δυνάμεων και εσύ Τζέιμς Γκέραλντφερν, όπως ο πατέρας σου πριν από ‘σένα, πρέπει να ανταπεξέλθεις στον κίνδυνο και λάβεις τον ρόλο σου σαν Φρουρός», είπε ο Λάιζαρ.

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

Θάλασσα είσαι εσύ



Στο μπλε σου θα χαθώ
Φοβάμαι μην πνιγώ
Στα βάθη θα σε βρω
Τον κόσμο σου θα ψάξω

Φοβάμαι μην πνιγώ
Στο μπλε σου θα χαθώ
Στον πάτο θα σε βρω
Και εκεί είναι που θα ψάξω

Όταν σε βρω
Στα χέρια μου θα πάρω
Το σώμα
Τον λαιμό σου
Δικά μου θα τα κάνω

Τα χείλια σου επάνω στα δικά μου θέλω
Τα χέρια σου στην μέση μου ζητώ
Την αγάπη σου χρειάζομαι
Από την άβυσσο να βγω

Τα μάτια σου τα μπλε
Την θάλασσα θυμίζουν
Και όποτε εγώ εσέ θέλω να θυμηθώ
Τα κύματα για συντροφιά θα αναζητήσω


Οι κινήσεις σου ευ χαρείς
Σαν την παλίρροια την πανσέληνο
Ψηλά θα σε φταναν θαρρώ
Εάν ακόμη ήσουν εδώ

Μου λείπεις σε ζητώ
Τα βράδια πάλι κλαίω
Την παραλία βρίσκω συντροφιά
Την ζέστη της ζητώ

Και τώρα σταμάτησα να ψάχνω
Ξέρω πια πως σε δεν θα σε βρω
Γιατί φοβάμαι μην πνιγώ
Στο μπλε σου μην χαθώ

Ευαγγελία Γλέζου (vagg)