Τετάρτη, 2 Μαΐου 2012

Πάθος και πόνος


Το μάθημα σήμερα ήταν έντονο. Μέσα στην τάξη του είχε φωνάξει κάτι που δεν έπρεπε και την υπόλοιπη ώρα μια ανήσυχη, άχαρη ατμόσφαιρα περιτριγύριζε το δωμάτιο. Η Χρύσα χαιρόταν που βγήκε επιτέλους έξω. Ήξερε ότι ο Αντώνης θα την ακολουθούσε και θα τις ζητούσε εξηγήσεις. Δεν πρόλαβε να τελειώσει την σκέψη της και πετάχτηκε μπροστά της ο Αντώνης εμποδίζοντας την έξοδο του κτηρίου.
« Θα σε συνοδέψω σπίτι σήμερα. Αν δεν σε πειράζει.», είπε το νεαρό αγόρι με σοβαρό ύφος, αφήνοντας την φωνή του να προδώσει τον θυμό του.
  Η κοπέλα κούνησε ελαφρά το κεφάλι της, για να του δείξει ότι συμφωνεί. Περίμενε μέχρι που το αγόρι έκανε στην άκρη και άρχισε να περπατάει.
  Για λίγη ώρα επικρατούσε μονάχα ησυχία.
«Πάμε να κάτσουμε στις κούνιες. Θέλω να σου μιλήσω», της είπε ο Αντώνης, αυτή την φορά η φωνή του στεγνή από αισθήματα. Ακουγόταν και έδειχνε εξαντλημένος. Ήσυχα τον ακολούθησε και έκατσε σε μια από τις κούνιες αφήνοντας τον εαυτό της στις ελαφριές κινήσεις της κούνιας. Το αγόρι κάθισε στην διπλανή κούνια και έκανε το ίδιο.
«Συγνώμη, για σήμερα, δεν ήθελα να σε εκθέσω έτσι μπροστά σε όλους», είπε τελικά η Χρύσα.
Τα πράσινα μάτια του συνάντησαν τα καστανά δικά της.
«Δεν με έκθεσες... Εγώ θα έπρεπε να ζητήσω συγνώμη», απάντησε το αγόρι και γύρισε να κοιτάξει το έδαφος.
«Δεν έχεις λόγο», είπε η κοπέλα και ακούμπησε το χέρι της στο γόνατο του.
  Ο Αντώνης τύλιξε τα δάχτυλα του στα δικά της και πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Εγώ έφταιγα. Δεν σου άξισε να σε αφήσω έτσι. Ο φόβος μου δεν ήταν σωστός. Πρέπει να με μισείς», η φωνή του αγοριού τώρα είχε την σκιά βαθιάς θλίψης και πόνου.
«Δεν σε μισώ Αντώνη...», είπε αναστενάζοντας η Χρύσα και γύρισε το κεφάλι του έτσι ώστε τα μάτια να συναντήσουν τα δικά της.
«Απλά μου λείπεις», κατέληξε η κοπέλα αφήνοντας ένα μικρό χαμόγελο να φωτίσει το πρόσωπο της, μόνο για να αντικατασταθεί από στεναχώρια και βάσανο ένα δευτερόλεπτο μετά.
  Το αγόρι χωρίς να αφήσει το χέρι της σηκώθηκε ελαφρά και φίλησε το μέτωπο της. Η κοπέλα δεν αντέδρασε.
«Και εμένα μου λείπεις, είπε ο Αντώνης σταματώντας σε κάθε λέξη για να κρατήσει δάκρυα πίσω.
  Η κοπέλα χάιδεψε το μάγουλο του με το αντίχειρά της και άφησε το χέρι της να αναπαυτεί στον σβέρκο του.
  Ο Αντώνης χαμογέλασε σε αυτή της την κίνηση. Ήξερε πώς να τον ηρεμεί. Να τον κάνει να νιώθει ασφάλεια. Πάντα ήξερε. Γύρισε ελαφρά το κεφάλι του και φίλησε το χέρι που τώρα του χάιδευε τον λαιμό.
  Η κοπέλα με το χέρι που κρατούσε το δικό του σηκώθηκε και το τράβηξε προς ένα παγκάκι. Αυτός δεν διαμαρτυρήθηκε και έκατσε δίπλα της στο παγκάκι.
«Χρύσα, εγώ...Δεν το αξίζω. Σε ευχαριστώ!», είπε τελικά ο Αντώνης.
«Βρε χαζέ, το ξέρεις ότι, ό,τι και να γίνει μεταξύ μας, εγώ θα είμαι εκεί για ‘σένα. Τα αισθήματα μου για σένα δεν θα αλλάξουν»,είπε η κοπέλα με σταθερή φωνή, όμως ένα δάκρυ είχε βρει τον δρόμο στο μάγουλο της και άλλα απειλούσαν να ακολουθήσουν.
  Το αγόρι τύλιξε τα χέρια του γύρω της και την άφησε να ακουμπήσει το κεφάλι της στον σβέρκο του. Η ανάσα της ήταν ζεστή και μπορούσε να ακούσει τις απότομες ανάσες που έπαιρνε για να μην σπάσει σε λυγμούς. Το ένα του χέρι το άφησε να αγκαλιάσει την μέση της και με το άλλο άρχισε να χαϊδεύει τα μαλλιά της. Έσκυψε και φίλησε το κεφάλι της και άφησε τον εαυτό του να πάρει βαθιές ανάσες από το άρωμα της. Άφησε τον εαυτό του να χαλαρώσει στην οσμή του λουλουδάτου αρώματος που τον είχε τυλίξει. Η ανάσα της Χρύσας σιγά-σιγά έγινε πιο σταθερή, πιο αργή. Τύλιξε τα χέρια της γύρω από την μέση του και τον τράβηξε πιο κοντά.
«Ξέρω ότι δεν το αξίζω, αλλά σε παρακαλώ δώσε μου μια ευκαιρία να επανορθώσω», της ψιθύρισε ο Αντώνης για να μην χαλάσει την ησυχία που τους είχε κατακλύσει.
«Θα μου πάρει χρόνο να σε εμπιστευτώ ξανά, όπως παλιά», απάντησε η Χρύσα χωρίς να πάρει το κεφάλι της από τον ώμο του.
«Το ξέρω. Θα περιμένω. Αξίζεις την αναμονή. Πάντα την άξιζες.», είπε το αγόρι τραβώντας την πιο κοντά.
  Η Χρύσα χαμογέλασε και σήκωσε το κεφάλι της να τον κοιτάξει. Τα μάτια του έλεγαν την αλήθεια. Έβγαλε το ένα χέρι της από την μέση του και ακούμπησε το άλλο στο μάγουλο του. Τον πλησίασε και άφησε τα χείλια της να τριφτούν με τα δικά του και ύστερα να κλειδώσουν εκεί. Το φιλί έγινε πιο βαθύ και ο Αντώνης τράβηξε την Χρύσα πιο κοντά. Εκείνη ένδωσε  και κόλλησε το σώμα της στο δικό του. Τα χέρια τους κουνιόντουσαν μόνο για ενώσουν τα σώματα τους όταν απομακρύνοντας το ένα από το άλλο. Το πάθος του τον κυρίευσε και άρχισε να ξαπλώνει την Χρύσα στο παγκάκι. Η κοπέλα δεν έδειξε αντίσταση και τον άφησε να βάλει το σώμα του πάνω στο δικό της. Τα χέρια της βρήκαν τον δρόμο τους μέσα στην μπλούζα του και άρχισαν να εξερευνούν το στήθος του. Ο ίδιος βρήκε το εαυτό του να κάνει το ίδιο. Η κοπέλα πήγε να βγάλει την μπλούζα του αλλά σταμάτησε στην μέση και με δυσκολία κατάφερε να αποκόψει τον εαυτό της. Δεν ήταν κάτι που ήθελε να κάνει. Ο Αντώνης απορημένος έψαξε στα μάτια της και κατάλαβε ότι αυτό δεν ήταν το κατάλληλο μέρος να συνεχίσουν και κούνησε το κεφάλι του ότι κατάλαβε. Έκπληκτοι και οι δύο με τους εαυτούς τους έμειναν για λίγο στο παγκάκι να πάρουν ανάσα με χαμόγελα που είχαν φτάσει μέχρι τα αυτιά. Ύστερα σηκώθηκαν και άφησαν τις κούνιες πίσω τους.

vagg

Δεν υπάρχουν σχόλια: