Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

Κυνήγι Μαγισσών Κεφάλαιο 3


 Μέσα στην αίθουσα του χορού κυριαρχούσε πανικός και μια ομάδα αντρών συλλάμβανε ανθρώπους και φώναζε συνεχώς την λέξη μάγισσα. Ο Κος Άλβενταιν φώναζε στους κυνηγούς μαγισσών πως αυτό που έκαναν ήταν μεγάλη προσβολή και πως θα μετάνιωναν την εισβολή τους αυτή. Ένας από τους άντρες πλησίασε επιθετικά την Άβα και πήγε να την χτυπήσει. Η κοπέλα πήγε να αμυνθεί όμως ο Τζέιμς τον χτύπησε στο κεφάλι με μια καρέκλα και έπεσε αναίσθητος στο πάτωμα. Τον είχε πλησιάσει όσο η Άβα ήταν ακόμα σε σοκ και του επιτέθηκε όταν βρήκε την κατάλληλη στιγμή. Η κοπέλα ακόμα αδυνατώντας να μιλήσει συλλάβισε ευχαριστώ και το αγόρι γνέφοντας της την έπιασε από το χέρι και την οδήγησε στα πάνω δωμάτια. Αφού μάζεψε κάποια ρούχα έτρεξε μετά στην κουζίνα μαζεύοντας φαγητό. Όταν επέστρεψε στο δωμάτιο που ήταν η Άβα τις έδωσε μια τσάντα με τις προμήθειες και ένα πουγκί με χρυσές λύρες να πάρει μαζί της. Ύστερα την οδήγησε στον στάβλο και άρχισε να ετοιμάζει ένα άλογο. Όταν το ετοίμασε βοήθησε την κοπέλα να ανέβει και τις φώναξε να φύγει μακριά.
« Ένα πράγμα θέλω να ξέρω μόνο πριν φύγω. Πώς το ήξερες?», ρώτησε λαχανιασμένα η κοπέλα.
« Το καλοκαίρι πριν δύο χρόνια σε είχα δει να χάνεις τις αισθήσεις σου και να βλέπεις ένα από τα οράματα σου. Τότε δεν ήξερα τι ήταν και όταν ρώτησα τον πατέρα μου, μου απαγόρευσε να σε βλέπω και για αυτό σε άφησα. Με τα χρόνια ξέχασε τι του είχα πει και ποτέ δεν σε παρέδωσε στους κυνηγούς. Εγώ όμως, δεν ξέχασα», απάντησε το αγόρι χωρίς δισταγμό. Η κοπέλα σκύβοντας του έδωσε ένα τελευταίο φιλί στο μάγουλο και χάθηκε καλπάζοντας μέσα στην νύχτα.

Κυνήγι Μαγισσών Κεφάλαιο 2


   «Τι θα κάνεις Άβα?»,είπε η Αυγή προσπαθώντας να βοηθήσει την αδερφή της.
Οι δύο αδερφές ήταν στο δωμάτιο τους αργά το βράδυ και μιλούσαν για τα σχέδια που είχε για την Άβα ο πατέρας τους.
«Στο έχω πει είδη ότι δεν γίνετε να κάνω κάτι. Δεν μπορώ να το αποφύγω.», απάντησε αναστενάζοντας η αδερφής της.
«Μα, δεν γίνεται να τον αφήσεις να πάρει αυτήν την απόφαση για ‘σένα. Το ξέρεις αυτό.»
«Κοίτα! Τον ξέρεις τον πατέρα. Αν αρνηθώ για αυτόν θα είναι σα να θέλω να καταδικάσω την οικογένεια. Μόνο ο θεός ξέρει τι θα μου κάνει αν γίνει αυτό.»
«Ρε Άβα απλά... πες μου τουλάχιστον ότι τον έχεις γνωρίσει», είπε η Αυγή δυσανασχετώντας.
«Α, δεν σου είπα. Με τον Τζέιμς θέλει να με παντρέψει», απάντησε η Άβα αφήνοντας ένα μικρό χαμόγελο να εμφανιστεί στο πρόσωπο της.
«Αλήθεια? Αυτό δεν είναι και τόσο κακό. Παλιά δεν ήσασταν φίλοι?», ρώτησε έκπληκτη η αδερφή της.
«Το είπες και μόνη σου. Ήμασταν.», είπε η Άβα χάνοντας το χαμόγελο που ήταν πριν στο πρόσωπο της.
«Δεν έχει σημασία τον ξέρεις τουλάχιστον.»
«Είναι μια παρηγοριά, ναι.», είπε η Άβα.
  
*

Η Άβα σήκωσε το μπουκαλάκι με το ροζαλί άρωμα και ψέκασε το περιεχόμενο του στον κατάλευκο λαιμό της. Το άρωμα αν και εύοσμο, είχε μια έντονη μυρωδιά λουλουδιών της άνοιξης που της έκαιγε την μύτη. Αποφάσισε ότι θα άντεχε την μυρωδιά και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα προσπάθησε να αγνοήσει το δυνατό άρωμα. Άλλη μια ανάσα και οι σκέψεις της ταξίδεψαν πάλι στις παλιές καλοκαιρινές της μέρες με τον Τζέιμς. Τις τελευταίες μέρες τον σκεφτόταν όλο και πιο συχνά. Γρύλισε στον εαυτό της και ξαναπήρε στα χέρια της την σκιά για τα μάτια.
«Γιατί γρύλισες καλέ?», είπε η Αυγή που ήταν στο δωμάτιο, βοηθώντας την με την ετοιμασία.
«Τίποτα, απλά... τίποτα.», απάντησε τελικά και συνέχισε να βάζει το μέικ-απ της.
Η Αδερφή της όμως, αν και δεν έθιξε το θέμα ήξερε καλά γιατί... ή μάλλον σε ποιόν γρύλιζε. Όλες αυτές τις μέρες παρατηρούσε πως η συμπεριφορά της άλλαζε και γινόταν πιο.. ήσυχη. Πιο απόμερη. Αποφάσισε να μην την αγχώσει σήμερα. Πήρε την βούρτσα της Άβας και άρχισε να χτενίζει να κοκκινωπά μαλλιά της.
«Το φόρεμα της μητέρας πώς σου είναι?», ρώτησε η μικρότερη αδερφή.
«Είναι όμορφο, η ίδια το έφτιαξε ούτως η άλλος», απάντησε κοιτώντας το φόρεμα της στο χρώμα του λάπις λαζούλι.
«Αχ, Αυγή δεν ξέρω αν είμαι έτοιμη», είπε τελικά ακουμπώντας την σκιά της το τραπέζι.
«Άβα, πρέπει να τον δεις. Έχουν περάσει τόσα χρόνια. Ίσως το έχει ξεχάσει», απάντησε η μικρότερη αδερφή προσπαθώντας να την καθησυχάσει.
«Ίσως, όμως ποτέ δεν ξεχνούσε. Γιατί να ξεχάσει τώρα?»
«Δεν ξέρω Άβα. Δεν ξέρω», απάντησε τελικά και συνέχισε να χτενίζει τα μαλλιά της αδερφής της.

*
 
  Η άμαξα έφτασε στις επτά ακριβώς. Η οικογένεια ντυμένη κομψά και περιποιημένα προχώρησε προς την άμαξα. Η μητέρα φορούσε ένα μακρύ πράσινο φόρεμα στο χρώμα του βασιλικού και ο πατέρας που περπατούσε δίπλα της φορούσε ένα πανέμορφο κοστούμι μαύρο με χρυσές ραφές.  Πίσω τους ακολούθησαν η Αυγή με ένα φόρεμα άσπρο σαν το χιόνι που έφτανε έως τα γόνατα και η Άβα με το φόρεμα της στο χρώμα του λάπις λαζούλι.
  Η έπαυλη των Άλβενταιν ήταν κοντά και κανένα από τα μέλη της οικογένειας δεν τόλμησε να μιλήσει. Η Άβα κοιτούσε όλη την ώρα στα μάτια του πατέρα δημιουργώντας μια έντονη ατμόσφαιρα στο δωμάτιο που μόνο η Αυγή κατάλαβε. Έτσι η μικρή αδερφή έπιασε το χέρι της αδερφής της και το έσφιξε δυνατά θέλοντας να την παρηγορήσει και να την σιγουρέψει ότι όλα θα ήταν καλά. Η Άβα έσφιξε με ευγνωμοσύνη το χέρι της αδερφής της και για ένα δευτερόλεπτο η Αυγή θα ορκιζόταν ότι η αδερφή της, χαμογέλασε.
  Η νύχτα ήταν ζεστή αν και ήταν Οκτώβρης και η οικογένεια μόλις είχε φτάσει στην έπαυλη. Ένας υπηρέτης τους καλωσόρισε και αφού ο πατέρας του έδωσε την επίσημη πρόσκληση τους οδήγησε προς το μεγάλο κτήριο. Η έπαυλη ήταν χτισμένη από πέτρα και είχε ξύλινες πόρτες και παράθυρα που κόστιζαν μια περιουσία. Ο κήπος ήταν μεγάλος και στολισμένος με τα πιο εξωτικά και όμορφα φυτά και θάμνους, όπως ήταν και ο πίσω κήπος. Όταν μπήκαν μέσα ο υπηρέτης τους είπε να περιμένουν στο δωμάτιο υποδοχής και πήρε τα παλτά τους. Ο Κος Άλβενταιν με την γυναίκα και τον Τζέιμς δεν άργησαν να εμφανιστούν και να τους υποδεχτούν. Ο Κος Άλβενταιν ήταν ένας ψηλός, γεροδεμένος άντρας μελαχρινός, μελαμψός αν και Άγγλος και φορούσε ένα καφέ κοστούμι με σπάνια κρύσταλλα να το στολίζουν. Ο άντρας έκανε του απαραίτητους χαιρετισμούς και τους έγνεψε να περάσουν. Ο πατέρας και ο Κος Άλβενταιν προχώρησαν μέσα, όπως και έκαναν οι γυναίκες και η Αυγή συζητώντας και γελώντας σαν παλιοί φίλοι. Η Άβα και ο Τζέιμς όλη την ώρα του χαιρετισμού κοιτούσαν ο ένας στα μάτια του άλλου και δεν είχαν κουνηθεί από την θέση τους. Αφού αποχώρησαν οι υπόλοιποι χωρίς να μιλήσουν Ο Τζέιμς σήκωσε το χέρι του και το πρόσφερε στην Άβα η οποία το πέρασε γύρω από το δικό του και ξεκίνησαν και αυτοί για την αίθουσα χορού.
  Η αίθουσα χορού ήταν γεμάτοι και οι επισκέπτες ήταν όλοι στην πίστα και χόρευαν συγχρονισμένα, με χάρη και αλάνθαστα. Η ορχήστρα έπαιζε απλή αλλά όμορφη και αισθηματική μουσική. Όλοι οι άνθρωποι στην πίστα χόρευαν βάλς. Ο Τζέιμς γύρισε και κοίταξε την κοπέλα δίπλα του η οποία είχε ακόμα το χέρι της περασμένο γύρω από το δικό του και της παρότρυνε να χορέψουν και αυτοί. Η Άβα δεν μίλησε αλλά του έγνεψε δίνοντας του πως συμφωνεί. Οι δύο νέοι ανέβηκαν στην πίστα και άρχισαν να χορεύουν. Η Άβα είχε να χορέψει χρόνια όμως δεν είχε ξεχάσει τα βήματα. Η επιδεξιότητα τους δεν πέρασε απαρατήρητη και οι οικογένειες τους κοιτούσαν με θαυμασμό τους νεαρούς. Όπως και στην είσοδο τα μάτια των δύο παιδιών δεν είχαν κοιτάξει αλλού και τα βλέμματα τους δεν είχαν αποχωριστεί το ένα το άλλο. Το αγόρι πρώτος βρήκε το θάρρος να μιλήσει, καθώς κρύος ιδρώτας έτρεχε από το μέτωπο του.
« Η ομορφιά σου δεν έχει χαθεί και θα τολμούσα να πω πως έχεις ομορφύνει και ψηλώσει πολύ από την τελευταία φορά που σε είδα»
« Σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια και είναι πάντα αποδεκτά. Θέλω όμως να ξέρεις πως ότι και αν έχουν σχεδιάσει για εμάς οι γονείς μας δεν θα ξεχάσω ποτέ τι έγινε εκείνη την Αυγουστιάτικη μέρα πριν δύο χρόνια, ούτε φυσικά θα σε συγχωρέσω ποτέ για τις πράξεις σου», απάντησε η κοπέλα παλεύοντας να μην εκφράσει κάποιο αίσθημα όσο μιλούσε.
«Το καταλαβαίνω και δεν περιμένω να με πιστέψεις αλλά ποτέ δεν έπαψα να σε αγαπώ με όλη μου την ψυχή», είπε ο Τζέιμς και το βλέμμα αν και πιο έντονο τώρα η φωνή του ακουγόταν ευάλωτη και πληγωμένη.
Η Άβα δεν μίλησε όμως το βλέμμα της πρόδιδε πως και εκείνη ένιωθε το ίδιο, πράγμα που έκανε το νεαρό αγόρι να χαμογελάσει για λίγο.
  Όταν η μουσική σταμάτησε το αγόρι οδήγησε την κοπέλα προς τους πίσω κήπους. Η Άβα τον ακολούθησε με δισταγμό και δεν είχε πάψει στιγμή να φωνάζει μέσα στο κεφάλι της και η καρδιά της δεν είχε σταματήσει να χτυπάει σαν τρελή. Ο πίσω κήπος ήταν πιο μεγάλος και πιο όμορφος από τον μπροστινό κήπο και το φως του φεγγαριού έδινε στο τοπίο μια απερίγραπτα όμορφη ατμόσφαιρα.
« Είναι πολύ όμορφη η νύχτα σήμερα. Θα ήθελα πολύ να καθόμασταν λίγο ακόμα εδώ αν δεν σε πειράζει», είπε δειλά το αγόρι.
« Δεν θα αρνηθώ την πρόταση σου αλλά θα προτιμούσα να καθόμασταν κάπου πρώτα», απάντησε το κορίτσι.
Ο Τζέιμς την οδήγησε σε ένα κοντινό παγκάκι όπου κάθισαν κοιτώντας πάντα ο ένας τον άλλο. Το αγόρι έσκυψε να φιλήσει την κοπέλα όμως εκείνη σήκωσε το χέρι της και το ακούμπησε απαλά στα χείλη του σταματώντας τον.
« Τζέιμς σε παρακαλώ, μην το κάνεις πιο δύσκολο από ότι είναι είδη. Δεν θα κρύψω τις επιθυμίες μου αλλά δεν θα σε αφήσω έτσι απλά να με κάνεις πάλι δική σου»
Το αγόρι πήρε το χέρι της και δεν την πλησίασε άλλο, αλλά ούτε απομακρύνθηκε.
« Εκτιμάω και σέβομαι τις επιθυμίες σου αλλά δεν ξέρω για πόσο θα μπορέσω να ελέγξω το πάθος μου για σένα», της είπε και της φίλησε το χέρι.
Η κοπέλα έκλεισε τα μάτια της σαν να είχε νιώσει την δύναμη των αισθημάτων του. Με δισταγμό πλησίασε το πρόσωπο της πιο κοντά στο δικό του. Ο Τζέιμς την φίλησε γλυκά στο μάγουλο και ύστερα πλησίασε τα χείλη της. Η Άβα δείχνοντας ακόμα τον δισταγμό της απομακρύνθηκε λίγο αλλά συνέχισε να τον πλησιάζει. Τα μέτωπα τους πια συναντήθηκαν, οι μύτες τους τρίβονταν παιχνιδιάρικα και τα χείλη τους τρίβονταν ελαφρά. Το απότομο σταμάτημα της μουσικής και οι ξαφνικές φωνές που προέρχονταν από την έπαυλη έκαναν του δύο νέους να απομακρυνθούν ξαφνικά από τους εαυτούς τους και να βιαστούν να γυρίσουν στην έπαυλη.