Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011

Κυνήγι Μαγισσών- Κεφάλαιο 1


Η ΑΡΧΗ

«Άβααα!Άβαα! Μα τι στον διάβολο κάνει αυτό το παιδί τόση ώρα;» ωρυόταν ο πατέρας .
«Αυγή, πήγαινε να δεις τι κάνει η αδερφή σου. Γρήγορα!».
Η Αυγή έφυγε τρέχοντας με προορισμό τους στάβλους , προστατεύοντας το φόρεμά της από τις λάσπες καθώς έτρεχε.
«Άβα! Άβα! Φωνάζει ο…» , η κοπέλα δεν πρόλαβε να αποσώσει την φράση της , βλέποντας το σώμα της μεγαλύτερης αδερφής της να κείτεται στο έδαφος. «Άβα!», ψιθύρισε καθώς κάθισε στο πλάι της Άβας. Της κράτησε το χέρι και της σκούπισε τον ιδρώτα από το πρόσωπο. Είχε αρχίσει και η ίδια να ιδρώνει, ναι μεν είχε μάθει τώρα πια να αντιμετωπίζει τις κρίσεις της Άβας , μα δεν θα έπαυε ποτέ να φρικάρει, κάθε φορά, που αντίκριζε το σώμα της σαν άψυχη κούκλα και τα μάτια της χαμένα στο άπειρο, ένιωθε πως ίσως να μην επέστρεφε ξανά από τον κόσμο που χανόταν η αδερφή της.
Μια αίσθηση ανακούφιση διαπέρασε το σώμα της Αυγής όταν τα άψυχα δάχτυλα της Άβας έσφιξαν το χέρι της. Το κορίτσι άνοιξε τα μάτια του και ανακάθισε ξέπνοη προσπαθώντας να συνέλθει από το κώμα στο οποίο βρισκόταν. Τα οράματα τις τελευταίες μέρες γίνονταν πιο έντονα και ανυπόφορα καθώς και πιο συχνά.
«Άβα,… Ανησυχώ! Γίνεται όλο και συχνότερα! Κάτι πρέπει να κάνουμε. Ίσως αν μιλούσαμε σε κάποιον….»
«Όχι! Το ξέρεις ότι δεν γίνεται. Δεν πρέπει να το πούμε σε κανέναν! Αν το μάθαινε ο πατέρας θα με έριχνε εκείνος, πρώτος από όλους στην πυρά».
«Δεν θα το μάθει. Δεν θα το επιτρέψω. Απλά… φοβάμαι πως μια μέρα δεν θα συνέλθεις από αυτά σου τα οράματα.»
«Το ξέρεις ότι αυτό δεν θα γίνει. Αν ήταν να συμβεί θα είχα χαθεί καιρό τώρα.», είπε η Άβα προσπαθώντας να καθησυχάσει την αδερφή της.
«Καλύτερα να πάμε μέσα. Ο πατέρας είναι είδη πολύ εκνευρισμένος.», αναστέναξε η Αυγή νιώθοντας μια ψύχρα να διαπερνάει το σώμα της καθώς το έλεγε.
   Οι δύο κοπέλες έτρεξαν μέσα στο σπίτι, στο σαλόνι όπου καθόταν ο πατέρας τους.
«Πού ήσουν Άβα? Το ξέρεις ότι δεν μου αρέσει να περιμένω. Και πού είναι το νερό που σου ζήτησα?», αναφώνησε ο πατέρας, χωρίς να προσπαθεί να κρύψει τον εκνευρισμό του. «Πάλι βόλτες στα δάση έκανες? Αχ, Αυγή σε παρακαλώ πήγαινε φέρε τον κουβά», είπε ο άντρας χαμηλώνοντας τον τόνο της φωνής του.
«Πατέρα εγώ, δεν,..», έκανε προσπάθεια να πει η Άβα, όμως ο πατέρας της σήκωσε το χέρι του κάνοντας την να σωπάσει.
«Το καλό που σου θέλω να αλλάξεις γρήγορα συμπεριφορά. Το πάρτι των Άλβενταιν πλησιάζει και πρέπει να φερθούμε άψογα αν θέλουμε να μας συμπαθήσουν. Μην ξεχνάς τον πλούτο τους. Πρέπει οπωσδήποτε να σε παντρέψω με τον γιό τους, τον Τζέιμς. Είναι μεγάλη η ευκαιρία αυτή για την οικογένεια μας. Μην την καταστρέψεις», είπε ο άντρας.
   Η Άβα φοβόταν να αντιδράσει, φοβόταν για την ζωή της. Ήξερε καλά τι θα γινόταν αν αρνούταν να τον υπακούσει.
«Ναι, πατέρα», ψιθύρισε η κοπέλα και βγήκε από το δωμάτιο προσπερνώντας την αδερφή της που έτρεχε με τον κουβά προς το άλλο δωμάτιο.
    Η Αυγή έκανε προσπάθεια να μιλήσει, όμως ήξερε καλά ότι δεν θα είχε νόημα. Κοίταξε τελευταία φορά προς τον διάδρομο από τον οποίο είχε αποχωρήσει η αδερφή της και μπήκε στο σαλόνι.      

Δεν υπάρχουν σχόλια: