Σάββατο, 9 Οκτωβρίου 2010

Σιωπηλός Θάνατος

Έπεσε η νύχτα στο μικρό χωριό του Αυλέμωνα και όλοι πήγαν για ύπνο...εκτός από την Χρύσα. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Περπάτησε τον κεντρικό δρόμο και έφτασε στο λιμανάκι. Σκαρφάλωσε τα βράχια και κάθισε στον πιο μεγάλο βράχο που μπορούσε να βρει .Η θάλασσα ήταν τόσο λεία και ήρεμη που νόμιζες ότι μπορούσες να περπατήσεις πάνω της σαν να ήταν έδαφος. Το φεγγάρι ήταν τόσο φωτεινό και έκανε τα μάτια της λαμπυρίζουν πιο πολύ και από ακατέργαστα διαμάντια. Ξαφνικά μια σκιά ξεπρόβαλε από την άκρη του λιμανιού. Ήταν αυτός. Μπορούσε να διαισθανθεί την παρουσία του λίγα μέτρα μακριά της. Πλησίαζε. Αργά. Έφτασε κοντά της και ακούμπησε απαλά το χέρι του στον ώμο της. Αυτή σηκώθηκε και τον κοίταξε στα γαλαζοπράσινα μάτια του. Αυτός ακούμπησε το αριστερό του χέρι στο πρόσωπο της και την φίλησε απαλά στο μάγουλο. Εκείνη γύρισε και κοίταξε πάλι προς την θάλασσα. Σαν να μην ήθελε να τον κοιτάξει. Έβγαλε τα χέρια του από πάνω της και άρχισε να τρέχει. Εκείνη τον ακολούθησε. Δεν ήξερε που ήθελε να την πάει αλλά απλά πήγε μαζί του. Προσπέρασαν το μαγαζί χειροποιώ και τα βράχια δίπλα από την ταβέρνα το κοράλλι και έτρεξαν προς την παραλία φτάνοντας στο κάστρο. Μπήκαν μέσα από μια μεγάλη τρύπα που είχε δημιουργηθεί στο πίσω μέρος του και κάθισαν σε ένα σκουριασμένο κανόνι που ήταν εκεί. Τον κοίταξε με βλέμμα γεμάτο απορία και εκείνος την πλησίασε και της έπεισε το χέρι. Κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε ερχόταν όλο και πιο κοντά της. Γύρισε το πρόσωπο της αλλού δείχνοντας του αντίσταση. Σε λίγο τα σώματα τους ήταν κολλημένα το ένα με το άλλο. Εκείνος την φίλησε πρώτα στον λαιμό και μετά στο μάγουλο. Έστρεψε το πρόσωπο του προς αυτόν και τον φίλησε μαλακά στα χείλη. Άρχισε να κλαίει. Αυτός την αγκάλιασε σφιχτά και άρχισε να κλαίει μαζί της. Ένας πόνος άρχισε να διαπερνάει το σώμα της, μαζεύτηκε στα δύο και άρχισε να ουρλιάζει. Ο άντρας την αγκάλιασε ακόμα πιο σφιχτά και ακούμπησε το πρόσωπο του στην πλάτη της αφήνοντας τα δάκρυα του να πέφτουν ακατάπαυστα. Ο πόνος την διαπερνούσε σαν δίκοπα μαχαίρια καρφωμένα στο σώμα της. Η καρδιά της χτυπούσε να τρελή και αποδυναμωνόταν όλο και πιο πολύ με κάθε χτύπο. Ξαφνικά η Χρύσα σταμάτησε να ουρλιάζει και έπεσε στο έδαφος. Αυτός πήγε από πάνω της και της κράτησε το κεφάλι της στα χέρια του, την φίλησε για μια τελευταία φορά. Εκείνη τον κοίταξε με τα μελί μάτια της, προσπάθησε να μιλήσει αλλά ήταν αδύναμη και δεν μπορούσε, έκλεισε τα μάτια της και έπεσε σε έναν βαθύ ύπνο. Περίμενε ότι κάτι τέτοιο θα γινόταν αργά ή γρήγορα, αλλά δεν ήθελε να γίνει έτσι, όχι τόσο σύντομα. Αυτός έβγαλε μια δυνατή κραυγή και ξέσπασε σε ένα δυνατότερο κλάμα μέσα στην ήσυχη εκείνη σκοτεινή νύχτα.


vag


Kyou Koi wo Hajimemasu Pictures, Images and Photos

Όνειρα και πραγματικότητα

Βουητό, φασαρία, οδύνη, λυγμός. Δεν άντεχε να τον βλέπει τόσο.....νεκρό. Το κεφάλι του αιμορραγούσε και ο οδηγός του αυτοκινήτου άνοιξε την πόρτα του και κοίταγε πάνω από τον Μάξ. Η Χρύσα κάλεσε ασθενοφόρο και έτρεξε σε αυτόν. Έβγαλε την Πράσινη ζακέτα της και την τύλιξε σφιχτά γύρω από το κεφάλι του. Όμως, μάταια, η αιμορραγία δεν σταματούσε. Τον αγκάλιασε σφιχτά και ευχόταν να προλάβει το ασθενοφόρο. Όταν έφτασε ένας γιατρός βγήκε και έτρεξε να βοηθήσει. Τύλιξε γάζες γύρο από το κεφάλι του και της έγνεψε να βοηθήσει να τον βάλουμε στο ασθενοφόρο. Τον συνέδεσαν με τα μηχανήματα και έβαλαν μπρος για το νοσοκομείο. Πήγε μαζί τους και σε όλη την διαδρομή κρατούσε το χέρι του καθώς ξέσπαγε σε λυγμούς. Φτάσανε στην διασταύρωση όπου ξαφνικά ένα φορτηγό πετάγεται από το πουθενά και τους παίρνει σύριζα από το πλάι. Όλο το αυτοκίνητο ταρακουνήθηκε ρίχνοντας τα φάρμακα και τον εξοπλισμό κάτω μαζί και αυτόν. Οι γιατροί τον σήκωσαν για να σταματήσουν την αιμορραγία που μόλις είχε αρχίσει. Ξαφνικά το αίμα σταμάτησε να κυλά και οι σφυγμοί του να πέφτουν δημιουργώντας ένα δυνατό κουδούνισμα κάθε φορά που έπεφταν κ’ άλλο. Στον τελευταίο του σφυγμό η Χρύσα ξύπνησε ιδρωμένη με το ξυπνητήρι να χτυπάει δυνατά. Σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπο της και ετοιμάστηκε για σχολείο. Μπήκε στο πούλμαν και εκεί τον είδε....να κάθετε ήρεμος και με τα γλυκά του αυτά μάτια να την κοιτάει. Πήγε και έκατσε δίπλα του. Του έδωσε ένα γλυκό φιλί και κράτησε σφιχτά το χέρι του. Την κοίταξε ανήσυχα. Του έγνεψε ότι ήταν εντάξει και συνέχισε να παίζει παιχνίδια στο κινητό. Έφτασαν στο σχολείο και ήταν πια η ώρα για μάθημα. Άργησαν να ανέβουν στην τάξη και για να προλάβουν μπήκαν στο ασανσέρ. Η τάξη τους ήταν στον δεύτερο όροφο. Ξαφνικά το ασανσέρ σταματάει! Η Χρύσα πανικοβλήθηκε και άρχισε να γυρνάει γύρω γύρω χτυπώντας το κουμπί κινδύνου. Ο Μάξ πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να την ηρεμήσει. Την έπιασε από τα χέρια προσπαθώντας να την σταματήσει. Μέσα στον πανικό της τον σπρώχνει στον παλιό, σκουριασμένο καθρέφτη του ασανσέρ και χτυπάει με το κεφάλι του. Ο καθρέφτης έσπασε και το πάτωμα γέμισε αίμα και κομμάτια σπασμένων γυαλιών. Αιμορραγούσε…Η Χρύσα έμεινε ακίνητη. Είχε παγώσει. Όπως ακριβώς στο όνειρο….μόνο που τώρα ήταν αλήθεια! Έβγαλε την ζακέτα της και την έσφιξε όσο πιο σφιχτά μπορούσε στο κεφάλι του σταματώντας την αιμορραγία αυτή την φορά. Το ασανσέρ άρχισε να ανεβαίνει. Οι καθηγητές, οι μαθητές ακόμα και οι τεχνικοί έπαθαν σοκ με το που άνοιξε η αυτόματη πόρτα. Δύο καθηγητές έτρεξαν, τον σήκωσαν και ξαναμπήκαν στο ασανσέρ. Τον κουβάλησαν σε ένα αυτοκίνητο και ξεκίνησαν για το νοσοκομείο. Στο δρόμο ειδοποίησαν για την άφιξη τους και να ετοιμάσουν χειρουργείο. Η Χρύσα είχε κουλουριαστεί και έκλαιγε ζώντας το όνειρο της από την αρχή. Όταν έφτασαν γιατροί έτρεξαν να τον φροντίσουν και να κλείσουν της πληγές του. Η Χρύσα βγήκε από το αυτοκίνητο και πήγε μαζί τους. Την άφησαν να πάει όμως μόνο μέχρι το χειρουργείο. Δεν της επέτρεψαν να μπει μέσα. Πήγε στην αίθουσα αναμονής περιμένοντας. Όταν βγήκαν από το δωμάτιο άρχισε να τρέχει προς αυτούς να ρωτήσει για τον Μάξ. Όμως έπεσε. Ανήμπορη να κουνηθεί. Ένα από τα γυαλιά του καθρέφτη της είχε καρφωθεί στο πόδι που αιμορραγούσε ακατάπαυστα. Έτρεξαν προς αυτή και την σήκωσαν πηγαίνοντας την στα επείγοντα. Όταν ξύπνησε είχε ένα ελαφρύ πόνο στο πόδι της και ήταν εξουθενωμένη. Κοίταξε γύρω της και στο κρεβάτι δίπλα της ήταν ξαπλωμένος ο Μάξ. Ήταν ζωντανός. Έπιασε το ζεστό του χέρι και το τράβηξε μαλακά για να τον ξυπνήσει. Άνοιξε τα μάτια και απευθείας κοίταξε προς αυτήν. Δεν μπορούσε να μιλήσει αλλά της συλλάβισε με τα χείλια του <<Σαγαπώ>>.Έγειρε προς το μέρος του τον φίλησε γλυκά στα απλά του χείλη και ψιθύρισε. << Και εγώ σαγαπώ>>, δίνοντας του άλλο ένα γλυκό φιλί.


vag

Τετάρτη, 6 Οκτωβρίου 2010

Mια κενή σελίδα...

Μια κενή σελίδα…
Χωρίς λέξεις.
Χωρίς αισθήματα.
Απρόσωπη.
Απλά άδεια..
Απλά κενή.

Νομίζω πως είναι ένα πιστό αντίγραφο της ψυχής σου!
Κενή!
Καμία λέξη…
Καθόλου αισθήματα…
Απρόσωπη ήσουν και απρόσωπη παρέμεινες…
Πάντα κενή.
Τίποτα δεν υπάρχει μέσα σου.
Δεν μπορείς να νιώσεις!
Δεν είσαι άνθρωπος εσύ…

Κάτι τέτοιο θυμάμαι σου είπα.
Συγγνώμη! Ήταν πάνω στον θυμό μου… Μην φύγεις σε παρακαλώ! Μείνε εδώ!

Παράξενο κορίτσι…
Γεμάτο εκπλήξεις…
Απρόβλεπτο!

Αυτά αγάπησα σε ‘σένα… Αυτή είσαι…

Σε πλήγωσαν τα λόγια μου…
Το βλέπω στα ματάκια σου!
Σ υ γ γ ν ώ μη...

Σε πλήγωσαν τα …

Κλαις!

Όχι! ΟΧΙ! Μην κλαις αγάπη μου! Μην κλαις…

Δεν μπορώ να σε πλησιάσω, να σου δείξω πως ακόμα σ’αγαπώ, πως πάντα θα σ’αγαπώ…
Απλά δεν μπορώ.
Καρδιά μου φοβάμαι… Θα σε πληγώσω…
Ανασαίνεις βαριά με του λιγμούς τα ταρακουνούν το νεραϊδένιο σωματάκι σου.
Κάτι με κρατάει πίσω.
Κάτι με κρατάει μακριά σου πριγκίπισσα μου.
Μ’ακούς;
«Σ’ΑΓΑΠΩ»
Με άκουσες μάλλον. Βλέπω τις άκρες των χειλιών σου να τραβιούνται , σαν από αόρατα νήματα, προς τα πάνω.
Τα νήματα κόβονται και το παραλίγο χαμόγελο πέφτει.
Σε πλησιάζω μα σταματώ απότομα. Ένας αόρατος τοίχος μας χωρίζει.
Γέρνεις λιγάκι το κεφάλι σου προς τα αριστερά σαν παραξενεμένο παιδάκι. Τα καστανά μαλλάκια σου πέφτουν στους ώμους.
Και με πλησιάζεις.
Για σένα δεν υπάρχει τοίχος. Για σένα δεν υπάρχουν περιορισμοί.
Έρχεσαι και με αγκαλιάζεις. Σε κρατώ σφιχτά και τα φλέφαρά σου πέφτουν καλύπτοντας τα όμορφα ματάκια σου. Βολεύεσαι καλύτερα στην αγκαλιά μου.
«Μην το ξανακάνεις αυτό…» μοιάζεις σαν να εκλιπαρείς.
«Μην μ’αφήσεις ποτέ…»
«Ποτέ καρδιά μου… Ποτέ!» λέω και σε φιλώ στο μέτωπο.
Κλείνω τα μάτια μου και φαντάζομαι τους δυο μας χέρι χέρι να προχωράμε στην υπόλοιπη ζωή μας…





♪ “Hey there Delilah” ♫








Φοβάμαι μήπως φύγεις και μ’ αφήσεις μετέωρο ανάμεσα σε δύο κόσμους … Τον δικό μου και τον δικό σου…


N.

Στέλλα