Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2010

Φώτα

Φώτα, γαλήνη, φωτιά, πνιγμός………και έπειτα…σκοτάδι! <<Που βρίσκομαι?>> είπε η Μαίρη ανήσυχη. Βρισκόταν σε ένα κάτασπρο δωμάτιο φορώντας μια γαλάζια ρόμπα. Προσπάθησε να σηκωθεί μα μόλις πάτησε το πόδι της πάνω στο παγωμένο έδαφος, ένιωσε ένα μεγάλο πόνο και έπεσε κάτω. <<Μια πόρτα…>> ψιθύρισε. Με όλη της τη δύναμη σύρθηκε σιγά σιγά ως αυτήν. Τέντωσε το χέρι και έπιασε το χερούλι της. Την άνοιξε και βρέθηκε σε ένα άλλο άσπρο επίσης δωμάτιο. Ήταν άδειο. Το μόνο που είχε ήταν ένα κρεβάτι και ένα κομοδίνο. Πάνω στο κρεβάτι ήταν κάποιος. Όμως δεν μπορούσε να διακρίνει το πρόσωπο του. Σύρθηκε ως κρεβάτι και στηρίχτηκε σε αυτό για να σηκωθεί. Ένας άντρας ήταν πάνω. Ήταν γεμάτος εγκαύματα. Στο ένα χέρι του κρατούσε κάτι…Πιάνει το παγωμένο χέρι του και του ανοίγει τα δάχτυλα για να δει τι ήταν. Ένα δαχτυλίδι. Ξαφνικά θυμήθηκε. Όλα πια ήταν ξεκάθαρα στο μυαλό της. Ήταν σε ένα πάρκο με αυτόν και είχαν ανέβει στη ρόδα. Τα φώτα γύρω τους, η λίμνη και το φεγγάρι…όλα ήταν τέλεια. Αυτός έβγαλε το δαχτυλίδι από τν τσέπη του και ζήτησε να τον παντρευτεί. Δεν πρόλαβε όμως να απαντήσει. Η μηχανή της ρόδας πήρε φωτιά και σταμάτησε να κυλά. Η φωτιά έφτανε όλο και πιο κοντά. Αυτός της είπε να πηδήξει στην λίμνη έτσι ώστε να είναι ασφαλής απ’ τη φωτιά. Εκείνη αρνούταν. Τον κοίταξε βαθιά στα γαλαζοπράσσινα μάτια του και πήδηξε. Ύστερα το τοπίο σκοτείνιασε. Προσπάθησε να τον ξυπνήσει αλλά μάταια. Δεν αντιδρούσε. Μια μαύρη φιγούρα εισήλθε στο δωμάτιο. Τον ρώτησε άμα ήξερε τι συνέβαινε σε αυτόν. Γέλασε και της είπε με ένα έπειτα σοβαρό βλέμμα << Είναι σε κώμα….όπως και εσύ!!>>. Ξαφνικά όλα γύρο της άρχισαν να χάνονται και ένα δυνατό κουδούνισμα έσπασε τα τύμπανα της. Έκλισε τα μάτια και ευχήθηκε όλα αυτά να περάσουν. Το κουδούνισμα σταμάτησε, μόλις άνοιξε τα μάτια της βρέθηκε ξαπλωμένη στο κρεβάτι του δωματίου της με το ξυπνητήρι να χτυπάει. Σηκώθηκε και έκατσε στην καρέκλα του γραφείου και άνοιξε το κινητό της. Είχε μια κλήση. Ήταν από τον Μιχάλη. Τον πήρε τηλέφωνο να δει τι ήθελε. Αυτός απαντάει ευγενικά <<Ναι?>>. <<Έλα είδα μια κλήση σου στο κινητό μου >>του απάντησε. <<Α, ναι. Ήθελα να σε ρωτήσω αν θέλεις να πάμε το βράδυ στο πάρκο>> είπε αυτός. Το βλέμμα της Μαίρης πάγωσε και άφησε το κινητό της έπεσε από τα χέρια, πέφτοντας στο έδαφος με ορμή διακόπτοντας έτσι την κλήση τους.

by Vag

3 σχόλια:

Tiger Lily. είπε...

Ωραίο κομμάτι Vag.!
Ίσως θα έπρεπε να προσέξεις λίγο μερικά συντακτικά λαθάκια..
Φιλιάα! :)

Moonlight είπε...

se euxaristw niobh m!!!!8a prose3w perisotero allh fora!!!

Θοδωρης Καραγεωργιου είπε...

Ωραίο κείμενο. Με λίγη προσοχή θα μπορούσες να γράψεις ενδιαφέροντα διηγήματα, γιατί φαίνεται πως έχεις ιδέες.